Το γεφύρι της Πλάκας

Αιωνόβιο ποίηµα

Θα ’ρθει το καλοκαίρι, θα πέσουν και θα καθαρίσουν τα θολά νερά του Άραχθου και τα αγκωνάρια θα εµφανιστούν ανάµεσα στα στρογγυλά βράχια και τα βότσαλα. Θα κοιτάνε τους περαστικούς και θ’ απορούν πώς ψήλωσαν έτσι ξαφνικά οι άνθρωποι…*

Σήκωσαν εκκλησίες και τζαµιά, ύψωσαν καµπαναριά και µιναρέδες, σεράγια και αρχοντικά, κάστρα, µύλους και χάνια. Όλα καλά. Μα για να χτίσεις γιοφύρι, λέγανε, πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου… Μόνον οι καλύτεροι είχαν ειδικευτεί σ’ αυτό. Γεφυράδες περιώνυµοι, οι περίφηµοι «κιοπρουλήδες».

Πέντε απ’ αυτούς, πρωτοµάστοροι, κλήθηκαν να φτιάξουν και το γεφύρι της Πλάκας. Κατάγονταν, αντίστοιχα, από τους Ραφταναίους, από την Άγναντα, τον Σγρούµπο, σηµερινό Αµπελοχώρι, από την Κόνιτσα και από την Πράµαντα. Προκρίθηκαν αναλαµβάνοντας από κοινού το έργο ο µαστρο-Γιώργης από την Κόνιτσα κι ο µαστρο-Κώστας από την Πράµαντα.

Στην κατάστρωση όµως του τελικού σχεδίου διαφώνησαν. Ο µεν µαστρο-Γιώργης, πιο τολµηρός, ήθελε το γεφύρι αµπασωτό, δηλαδή µε χαµηλωµένο το τόξο, ενώ ο µαστρο-Κώστας, πιο συντηρητικός αυτός, προτιµούσε την παλιά παραδοσιακή µέθοδο, που το τόξο γύριζε στο µιρκέζι, δηλαδή έπαιρνε µορφή ηµικυκλίου. Στην τελευταία περίπτωση, όµως, είναι αλήθεια πως το γεφύρι έχοντας να καλύψει µια απόσταση 40 µέτρων –τόσο είναι εδώ πλατύς ο Άραχθος–, θα σηκωνόταν πολύ ψηλά, θα έπαιρνε ασυνήθιστα µεγάλες διαστάσεις. Ο µαστρο-Κώστας όµως επέµενε πως µόνο έτσι θα στεριωνόταν µε ασφάλεια το γεφύρι…

Στη συνέλευση και τη συζήτηση που επακολούθησε, βάρυνε η γνώµη του Ιωάννη Λούλη, κύριου χρηµατοδότη του έργου από το γειτονικό χωριό Κατόρτσι –άλλωστε ήταν και ζήτηµα κόστους.

Ο Λούλης ήξερε καλά το µαστρο-Γιώργη από άλλες δουλειές, του είχε εµπιστοσύνη. Όµως τα πράγµατα εξελίχθηκαν άσχηµα…

Τι συνέβη; Καλύτερα να το µάθουµε µέσα από τα γραπτά ενός ντόπιου λογίου, που περιέγραψε ως εξής το γεγονός:

«Κατά το θέρος, η µεγάλη γέφυρα κατασκευάστηκε. Οι στηρίζοντες αυτή τύποι και ικριώµατα αφαιρέθηκαν. Προς στιγµή δε, οι συγκεντρωθέντες ενδιαφερόµενοι χωρικοί την καµάρωσαν, την εχάρηκαν, κατά το δη λεγόµενο. Αλλ’ όµως καθ’ ην ώραν υπό των εκπροσώπων των χωριών παρετίθετο στους µαστόρους υπαίθριον γεύµα, πανηγυρικόν επί τη περατώσει του έργου, εκκωφαντικός κρότος σείσας τα πέριξ επισφράγισε την καταστροφή. Η νέα γέφυρα είχε καταρρεύσει, είχε µεταβληθεί σε σωρό λίθων… Το γεύµα διελύθη, η έκπληξη µετετράπη εις απογοήτευσιν, απελπισία αφάνταστος κατέλαβε τους πάντες. Καταισχύνη δε και ταπείνωση στους µαστόρους για το ρεζιλίκι…

Όλοι, χωρικοί και επίσηµοι, είχαν πια επιστρέψει στο σπίτι τους.

Μόνον ο µαστρο-Γιώργης, ο πρωτοµάστορας, αυτός που είχε αναλάβει να στεριώσει το γεφύρι της Πλάκας, κείτονταν κατάχαµα µε το κεφάλι µες στις χούφτες και τα µάτια κλειστά, µη µπορώντας να συνειδητοποιήσει, να πιστέψει αυτό που είχε δει.

Το να μπορέσει ένας πρωτομάστορας να γεφυρώσει ποτάμι εκέίνη την εποχή ήταν κατόρθωμα. Να τολμήσει όμως να γεφυρώσει ένα ποτάμι σαν τον Άραχθο με ένα μόνο τόξο ήταν θαύμα.

Το γεφύρι αποτέλεσε σύνορο μεταξύ της ελεύθερης και της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Το 1881 οι Τούρκοι θα κλείσουν το γεφύρι εγκαθιστώντας δίπλα του τελωνειακό σταθμό.

Παραδίπλα οι άλλοι µαστόροι έµεναν αµίλητοι, τα κουδαρόπουλα έκλαιγαν κι ο µαστρο-Κώστας ο Μπέκας µε λέξεις παρηγοριάς καλόπιανε το µαστρο-Γιώργη προσπαθώντας να τον πείσει ν’ ανέβει στο µουλάρι, να φύγουν για την Πράµαντα…»

Αυτή δυστυχώς ήταν η κατάληξη µιας µεγάλης για την εποχή προσπάθειας, που κατά τα άλλα είχε ξεκινήσει µε τους καλύτερους οιωνούς, και είχε κοστίσει κόπο πολύ κι από χρήµατα χιλιάδες γρόσια, δηλαδή µια ολόκληρη περιουσία. Έπρεπε όµως οπωσδήποτε να υπάρχει εδώ γεφύρι γιατί αλλιώς τα χωριά των Τζουµέρκων αποκλείονταν από τον υπόλοιπο κόσµο, την Άρτα, που αποτελούσε το βασικό κέντρο προώθησης των προϊόντων τους, αλλά και από τα Γιάννενα.

Τρεις χρόνους άντεξαν οι Τζουµερκιώτες χωρίς γεφύρι. Τόσο τους πήρε για να µαζέψουν τα χρήµατα και να βάλουν πάλι µπρος. Οι Μελισσουργοί έδωσαν 96 χιλιάδες γρόσια, 32 χιλιάδες η Πράµαντα, 49 η Άγναντα και τα διπλανά χωριά, και στρώθηκαν πάλι στη δουλειά πελεκάνοι, νταµαρτζήδες, χτίστες και µαστορόπουλα. Κι ανάψαν τα καλέµια και οι µατρακάδες…

Ο Κώστας Μπέκας, µοναδικός διεκδικητής στη νέα ανάθεση, –οι άλλοι το φοβήθηκαν– ρίχτηκε στη δουλειά µε πείσµα. Ήθελε τώρα, του δινόταν η ευκαιρία, και να υλοποιήσει τα σχέδιά του και να αποδείξει αναδροµικά το δίκιο του. Άλλωστε τα χωριά των Τζουµέρκων, εξαντληµένα πια οικονοµικά, σ’ αυτόν είχαν εναποθέσει τις ύστατες ελπίδες τους για να επικοινωνήσουν ξανά µε τον κόσµο. Πάλεψε λοιπόν σκληρά ο Μπέκας για τρεις ολάκερους µήνες και επιτέλους τον Σεπτέµβρη του 1866 παρέδωσε στα Τζουµέρκα και στην ιστορία ένα γεφύρι κόσµηµα. Ένα γεφύρι που το τεράστιο τόξο του αψηφούσε νόµους και βαρύτητα. Τα είχε καταφέρει…

Πελώριο, µεγαλοπρεπές, το µεγαλύτερο µονότοξο στα Βαλκάνια, το Γεφύρι της Πλάκας ήταν ένας θρίαµβος του λαϊκού τεχνίτη. Τεράστια η καµάρα του. Άνοιγε σαράντα ολόκληρα µέτρα, είκοσι µόνο µέτρα σηκωνόταν πάνω από το νερό. Καλοδουλεµένα καµαρολίθια στοιχίζονταν σε δύο στρώσεις. Εκείνα της κάτω σειράς δένονταν κατά διαστήµατα από σιδερένιες άλβιζες που δένουν εγκάρσια το σώµα του γεφυριού και το σιγουρεύουν.

∆ύο µικρότερα ανοίγµατα, δεξιά κι αριστερά, ανακουφίζουν την κατασκευή, στεριώνουν την πέτρα. Καλντεριµωτός ο διάδροµος διάβασης, πλάτους µόλις τριών µέτρων, ζευγάρωνε τις δύο όχθες. ∆ύσκολο πέρασµα, στριφνό, µπελαλίδικο. Τα πρώτα χρόνια, που δεν υπήρχαν παραπέτα, µπουσουλούσαν, λέει, οι άνθρωποι, και πηγαίνανε στα τυφλά τα ζώα, µε δεµένα µάτια. Μα όπως και να ’χε, τα Τζουµέρκα είχαν πια το δικό τους γιοφύρι. Και οι Τζουµερκιώτες καµαρώνανε, καµάρωνε όµως –και µε το δίκιο του– και ο Κώστας ο Μπέκας. Είχε χτίσει τόσα γεφύρια, στο Σαραντάπορο, στην Καλεντίνη, στη Σαρακίνα, αλλά τούτο ήταν το καλύτερό του. Το έλεγαν οι άλλοι, το πίστευε και ο ίδιος.

Όταν µια οµάδα τεχνιτών από το γαλλικό συνεργείο που κατασκεύαζε τον ισθµό της Κορίνθου, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι τους στα Γιάννενα, αντίκρισαν το γεφύρι, ήταν τέτοια η έκπληξη, που ζήτησαν να γνωρίσουν από κοντά τον κατασκευαστή του. Και όλο τον ρωτούσαν πώς το έφτιαξε. Τι να τους πει κι αυτός; Για τη δουλειά που είχαν κάνει ήλιο µε ήλιο; Τα χιλιάδες αυγά που είχαν ρίξει στο κουρασάνι; Τα τόσα πελεκήµατα κάτω από το λιοπύρι; Ή για κείνη την αλαφροΐσκιωτη από το Μονολίθι, που οι κακές γλώσσες λέγανε πως τάχα την είχε στοιχειώσει στο θεµέλιο;

Μαρτυρία του Σπύρου Μαντά, πρόεδρου του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών, από το ντοκιµαντέρ του Νίκου Παπαθανασίου «Τα γεφύρια της Ηπείρου, περιµένοντας το θάνατο», του 2004.«Με την αδιαφορία να περισσεύει και µε το οποιοδήποτε κέρδος να θεοποιείται δεν υπάρχει ελπίδα για το γεφύρι της Πλάκας. Άλλωστε, εγκαταλειµµένο τόσα χρόνια, αν δεν πνιγεί, σίγουρα θα καταρρεύσει», είχε πει τότε ο Σπύρος Μαντάς. Όπως κι έγινε. ∆έκα χρόνια αργότερα, 1η Φλεβάρη του 2015. Το πήρε µαζί του ο Άραχθος κατεβαίνοντας ορµητικός και φουσκωµένος µετά από µέρες βροχής.

 

Το 1943 οι Γερμανοί επιχείρησαν ανεπιτυχώς να το ανατινάξουν, ενώ το 1944 υπογράγτηκε εδώ η συμφωνία της Πλάκας μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕ.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares