Αποκαλόκαιρο

Αντί Επάθλου 134

Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, έλεγε ο Καμύ, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι. Είναι που δεν γνώριζε το ελληνικό
αποκαλόκαιρο, θα πω εγώ, τη δική μας δεύτερη άνοιξη· την
πεμπτουσία της μετάβασης που κάνει κάθε τι ελάχιστο να φαντάζει σπουδαίο. Τότε που ουρανός και θάλασσα σμίγουν σε κοινή χρωματική παλέτα, τα σύννεφα σβήνουν την κάψα του ήλιου, το φως του διαθλάται, όλα μαλακώνουν κι ανοίγουν σαν λίγο πριν το τέλος...
Αποκαλόκαιρο. Η μέρα λιγοστεύει, τα τζιτζίκια τραγουδούν το κύκνειό τους άσμα. Θα ‘θελα να κρατήσει λίγο παραπάνω αλλά δεν γίνεται – μα οι θάλασσες είναι ακόμη εδώ, ελεύθερες από ξαπλώστρες και σεζλόνγκ, καθάριες, διάφανες κι ολόδικές μας. Αποκαλόκαιρο. Το καταφύγιο του καλού ταξιδευτή, του μοναχικού καβαλάρη, του μελαγχολικού που βρήκε μιαν εποχή για να ταιριάξει· εκείνου που δούλεψε μέσα στην τρέλα του Αυγούστου, των κατοίκων των νησιών και των παραθεριστικών
περιοχών που έγιναν χίλια κομμάτια να εξυπηρετήσουν τις ορδές των τουριστών για τις ολιγοήμερες διακοπές τους. Δικαίωμα στην ξεκούραση, δικαίωμα στην ησυχία, τη γαλήνη, την ψυχική ηρεμία· δικαίωμα.
Αποκαλόκαιρο στη Σκόπελο, στη Σύρο, στα Ψαρά, σ’ ανθρώπινες
πορείες που τις καθόρισε η τύχη ή η Ιστορία αλλάζοντάς τους τη φόρα. Κάπως έτσι βρέθηκαν, χιλιάδες χρόνια πριν, οι Μυκηναίοι στ’ απόμακρα Ψαρά, ένας μεγάλος σεισμός τους έδιωξε μα ξαναγύρισαν εκεί, τρεις ολόκληρους αιώνες μετά, για να τιμήσουν τον Ήρωά τους. Έτσι κι αργότερα οι Ψαριανοί, μετά την Καταστροφή, έφυγαν από τον τόπο τους και γύρισαν ξανά, σχεδόν έναν αιώνα έπειτα, να αποδώσουν τιμές στους ήρωες του Αγώνα. Στο ταξίδι τους αυτό, πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα, βρέθηκαν στη Σύρο, μαζί με τους εναπομείναντες Χιώτες και τη μαστίχα τους από το νησί, κι έτσι έγιναν τα περίφημα Συριανά λουκούμια που πουλούσαν οι πλανόδιοι πωλητές στα πλοία κάθε φορά που αυτά έδεναν στο λιμάνι· «λουκούμια να μας φέρεις και μαστίχα…»
Μα μύρισε νησιώτικος αέρας, όμορφος ακόμη κι όταν φυσάει πολύ κι όλα τα παίρνει μαζί του. Όλα πάνε κι έρχονται έτσι κι αλλιώς αδιακόπως. Ο Στέλιος που επέστρεψε στον Γαλατά να φροντίσει τις λεμονιές που τον ανάθρεψαν κι ο Νίκος «ο τρελός» που ξερίζωσε τις ξεραμένες λεμονιές και έβαλε καινούριες. Από δίπλα τους, σ’ άλλην εποχή, κάποια Ελένη έφερε κάτω από το στόμα της τα μπόλια για τις λεμονιές της, πίσω, στη νέα της πατρίδα, στο νησί. Μαζί της ήρθε κι η φύτρα μου να ριζώσει εδώ, αντίκρυ από τα Μικρασιάτικα παραλία απ’ όπου τώρα σου γράφω εκατό χρόνια μετά. Ήρθε μαζί με τα μπαχάρια και τις μουσικές, το πόνο, τη διάλεκτο, το ντέρτι και τ’ αρώματά της αλλάζοντας, δίχως να το γνωρίζει, την πορεία του κόσμου. Τον ξεριζωμό γνώριζαν μόνο εκείνοι, την φτώχεια, την πείνα, τον διωγμό και τον πόλεμο…
Μα κάθε στιγμή αλλάζουμε την πορεία του κόσμου. «Θέμε δε θέμε» που λεν’ και στο νησί. Ένας φίλος μου ‘στειλε τις προάλλες μια διάλεξη του καθηγητή Λιαντίνη. «Δεν υπάρχει έρωτας δίχως θάνατο», έλεγε στους μαθητές του. Δίχως θάνατο δεν υπάρχει η Ζωή. Στα φύλλα του φθινοπώρου εκείνος έβλεπε την αθανασία. Με την έννοια της συνέχειας, αυτού που ο καθένας αφήνει πίσω του Δημιουργώντας. Σαν τ’ αλμυρίκια που φύτεψαν πριν 15 χρόνια στα Ψαρά και τώρα έχεις μια σκιά να βάλεις από κάτω το κεφάλι σου, τις λεμονιές του Στέλιου, του Νίκου, της Ελένης κληρονομιά για τις γενιές τις επόμενες. «Ζήστε!» τους φώναζε, «ρουφήξτε τη ζωή!» πριν αποχωρήσει οικειοθελώς για την απέναντι όχθη έχοντας ζήσει ως τα 56 του χρόνια πέντε ζωές, όπως ο ίδιος έλεγε. Σπουδή θανάτου ήταν, πάλι κατά τον ίδιο η ζωή του· η ζωή μας. «Και μην αφήνετε τίποτα για μετά. Δεν υπάρχει μετά, όλα είναι τώρα. Εγώ σας χαιρετώ…»
Αυτό είναι φίλοι και το αποκαλόκαιρο. Το ύστατο παρόν, στο μεταίχμιο του πάντα και του ποτέ· το βέβαιον τώρα. Να το χαρείτε όπου κι αν βρίσκεστε.

Προτάσεις

0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares