Πολυάραβος

O βράχος της Μάνης

Αύγουστος. Ο μήνας της ανεμελιάς, του παραθερισμού, των όμορφων αναμνήσεων. Οι δέκτες των τηλεοράσεών μας, όμως, κατακλύζονται από εικόνες φρίκης. Λέξεις όπως πύρινη λαίλαπα, εκκένωση, στρέμματα καμένης γης, γεμίζουν πια το καθημερινό λεξιλόγιό μας. Εύβοια, Αττική, Μάνη. Κάπου ανάμεσα στη ζοφερή αναμετάδοση του πύρινου εφιάλτη, που κατακαίει στο διάβα του τον πράσινο πλούτο της χώρας, την προσοχή μου τραβά μία περίεργη λέξη που ομολογώ – με ντροπή πια – πως δεν είχα ξανακούσει ποτέ: Πολυάραβος.

 

Είναι δυνατόν στην αδούλωτη Μάνη να υπάρχει περιοχή, όπου μέσα στην ονομασία της κρύβει τη λέξη Άραβες; Μα πώς; Άμεσα κάνω χρήση της σύγχρονης εγκυκλοπαίδειας που δεν βρίσκεται στις ξύλινες βιβλιοθήκες μας αλλά στην παλάμη του χεριού μας, στο «έξυπνο» κινητό – γκουγκλάρω. Το αρχικό όνομα του τόπου ήταν Πολυτζάραβος ή Πολυτσάραβος, δηλαδή το μέρος με τα πολλά «τζάρα» ή «τσάρα», ένα είδος θάμνου. Αργότερα, κι ύστερα – ίσως – από τη σημαντικότερη νικηφόρα μάχη που δόθηκε ποτέ, ώστε να παραμείνει ζωντανή η επανάσταση εναντίον του Ιμπραήμ, ο βραχώδης αυτός τόπος βαφτίστηκε Πολυάραβος. Για να δηλώνει πάντα το σημείο, όπου πολλοί Άραβες έχασαν τη ζωή τους, θυσία στον βωμό των σκληροτράχηλων Μανιατών, που δεν διαπραγματεύονταν την ελευθερία τους. Μόνο και μόνο αυτές οι πληροφορίες ήταν αρκετές να με πείσουν να κατηφορίσω στη Ανατολική Μάνη, να συναντήσω τους απόγονους των γενναίων αυτών Ελλήνων αλλά και να γνωρίσω έναν τόπο απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς.

Φτάνω στο γραφικό Γύθειο, την πόλη των νεοκλασικών κτιρίων, που στολίζουν σαν πέρλες το αρχοντικό περιδέραιο, όπως μοιάζει το παραλιακό μέτωπο με τις πολύβουες ψαροταβέρνες και καφετέριες. Οι γλώσσες της φωτιάς είχαν προσπεράσει τον δρόμο που ενώνει τη Σπάρτη με την πρωτεύουσα της Λακωνικής Μάνης, αφήνοντας πίσω τους μαυρίλα, σκέτη μαυρίλα, προετοιμάζοντάς με γι’ αυτό που θα αντίκριζα τις επόμενες ώρες. Το επίνειο των Σπαρτιατών και το μέρος που η Ωραία Ελένη απέδρασε με τον Πάρη, μου προσφέρει μια σύντομη ανάσα ξεκούρασης. Σκοπός μου είναι να ανηφορίσω τη «σπονδυλική στήλη» της Μάνης, την οροσειρά του Ταΰγετου. Εκεί, όπου φημίζεται πως ζουν οι πιο σκληροί των Ελλήνων. Κι ανάμεσα στις πολλές θεωρίες πώς πήρε το όνομά της η Μάνη, προτιμώ εκείνη του Δωρόθεου Μονεμβασίας, που υπερβολικά και κάπως κωμικά, διατηρεί αυτή τη φήμη: «Διατί φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλλουν ποτέ ες αγάπην». 

Ξεκινώ να ανηφορίζω κι από την αρχή η εικόνα είναι αποκαρδιωτική… Τη θέση των καταπράσινων λόφων έχει πάρει ένα μωσαϊκό σε μαύρο και κίτρινο φόντο. Η μαινόμενη πυρκαγιά έκανε κάρβουνο ολόκληρες εκτάσεις με θάμνους και ελιές, μαυρίζοντας τη γη αλλά και τις ψυχές των ντόπιων. Ό,τι ήταν τυχερό να σωθεί από το πέρασμα του πύρινου εφιάλτη, ξεράθηκε και πήρε ένα θλιμμένο χρυσοκόκκινο χρώμα… Καρβελάς, Θωμιάνικα, Μυρσίνη, Προφήτης Ηλίας· κάθε χωριό, η ίδια ιστορία. Καμένες αγροτολιβαδικές εκτάσεις, σπίτια, στάνες, ερημοποίηση. Από όπου και να περάσω οι λιγοστοί, ηλικιωμένοι στην πλειοψηφία τους μόνιμοι κάτοικοι, με τη βοήθεια των παιδιών τους, που έχουν καταφθάσει από την Αθήνα, προσπαθούν να επαναφέρουν τη ζωή τους σε μια κανονικότητα. Ανασυγκρότηση περιουσιών και ψυχών. Με τη θλίψη συντροφιά για το αναπάντεχο κακό που βρήκε τον τόπο, φτάνω στο Σιδηρόκαστρο, το τελευταίο, κατοικήσιμο ακόμα χωριό, πριν τον Πολυάραβο. Εκεί έχω σκοπό να γνωρίσω έναν ηλικιωμένο… έφηβο αλλά πριν από αυτό θέλω να εξερευνήσω το προφανές. Ένα μέρος που αποκαλείται Σιδηρόκαστρο, πρέπει να έχει κι ένα κάστρο! Πράγματι, δεν αργώ να το βρω. Μετά από μια σύντομη περιήγηση, μια επιγραφή με μπογιά πάνω σε ένα βράχο γράφει «Πύργος». Ένα ανηφορικό δύσβατο μονοπάτι στην πλαγιά του λόφου με οδηγεί στην κορυφή, 150 μέτρα πάνω από το χωριό. Η ανάσα μου έχει κοπεί και σ’ αυτό βοηθά και η μαγευτική θέα που πραγματικά σε αφήνει άφωνο. Μπροστά μου ξετυλίγεται μια αλληλουχία απόκρημνων βουνών και άγριων βράχων που φτάνουν μέχρι την καταγάλανη θάλασσα, βαθιά στον ορίζοντα· Μάνη! Γύρω μου πεσμένες, χωρίς τάξη, λαξευμένες πέτρες και μια δεξαμενή για πόσιμο νερό.

Τα πρώτα σπίτια με πείθουν πως ένα αρχιτεκτονικό θαύμα πραγματοποιήθηκε σε αυτόν εδώ τον οικισμό. Οι καλλιτέχνες-λαξευτές της πέτρας κατάφεραν να στριμώξουν όλη τους την τέχνη ανάμεσα στους κοφτερούς βράχους.

Έρεβος πάνω στην άλλοτε κατάφυτη πλαγιά.
Η θέα μέχρι τον κόλπο του Γυθείου.
Πύργοι αντίστασης και περηφάνιας.
Ο Πολυάραβος επάνω στη ραχοκοκαλιά της Μάνης.

Η μαινόμενη πυρκαγιά έκανε κάρβουνο ολόκληρες εκτάσεις με θάμνους και ελιές, μαυρίζοντας τη γη αλλά και τις ψυχές των ντόπιων. Ό,τι ήταν τυχερό να σωθεί από το πέρασμα του πύρινου εφιάλτη ξεράθηκε και πήρε ένα θλιμμένο χρυσοκόκκινο χρώμα.

Εδώ πριν 10 αιώνες, οι Βυζαντινοί έχτισαν ένα σημαντικό οχυρό ώστε να ελέγχουν τους επικίνδυνους Σλάβους που ρήμαζαν την Πελοπόννησο.

Η θέα από την κορυφή του «Πύργου» και η δύση του ήλιου με συνεπαίρνουν. Τόσο ώστε να ξεχάσω το ραντεβού με τον Αριστομένη Δαμιανάκο, «Μένης για τους ντόπιους» όπως με διορθώνει καθώς με καλωσορίζει στο φιλόξενο σπίτι του, παρότι αργοπορημένο. Νομικός και φιλόλογος, «δάσκαλο» τον αποκαλούν τιμητικά όσοι τον ξέρουν. Πριν προλάβω να πιω μια γουλιά δροσερό νερό που μου προσφέρει η καλοσυνάτη σύζυγός του, αρχίζει τις ιστορίες. «Ενώ η Μάνη είναι ένας τόπος άνυδρος, στον Πολυάραβο αναβλύζουν πολλές πηγές με γάργαρο νερό, που χρόνια τώρα ξεδιψά ανθρώπους και ζωντανά», μου εξηγεί με τον χαρακτηριστικό του (όπως κατάλαβα μετέπειτα) στόμφο. «Το λέει και το τραγούδι που σιγομουρμούριζαν οι νεαρές κοπέλες καθώς έπλεναν τις μάλλινες φλοκάτες τους στη Βρύση»: 

Καημένε Πολυάραβε

με τα κρύα νερά σου

που Τούρκος δεν επάτησε

σ’ αυτά τα χώματά σου.

Ν’ ανοίξω τα χειλάκια μου

τραγούδια ν’ αραδιάσω

τις έμορφες απ’ τα ψηλά

να τις εκατεβάσω.

Στη βρύση αυτή, με την λευκή καμάρα και τους τρεις κρουνούς, διαδραματίστηκε ένας από τους θρύλους που συνοδεύουν την ιστορία του τόπου. Μια χαρακτηριστική περίπτωση Μανιάτισσας γυναίκας, η Ελένη Αναειπόνυφη, κατά τη μάχη εναντίον των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ, κατέβηκε μαζί με τα παιδιά της να μαζέψει νερό για τους συμπατριώτες της. Εκεί, ένας Αιγύπτιος στρατιώτης κραδαίνοντας το γιαταγάνι του προσπάθησε να σφάξει το στερνοπούλι της. Γενναία ως Μανιάτισσα, πρόλαβε να του μπήξει ένα μαχαίρι στον λαιμό, σώζοντας τη ζωή των παιδιών της αλλά και τη δικιά της.

Η όμορφη κουβέντα με τον «δάσκαλο» πηγαίνει από μόνη της στην ιστορική μάχη του 1826 η οποία έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με την περιοχή. Ο Ιμπραήμ πασάς με τέσσερις χιλιάδες άρτια εκπαιδευμένους στρατιώτες, κινήθηκε προς τον Πολυάραβο, ώστε να καταλάβει τη Μάνη, ίσως τον τελευταίο θύλακα μιας Ελληνικής Επανάστασης που έσβηνε από τις έριδες του εμφυλίου. Οι Μανιάτικες οικογένειες του Γιατράκου, των Μαυρομιχαλαίων και άλλων, ταμπουρώθηκαν στα πυργόσπιτα του χωριού και στις γύρω λάκκες. Ξημερώνοντας 28η Αυγούστου, ο εχθρός άρχισε λυσσαλέα επίθεση μα οι αδούλωτοι Μανιάτες, σωστοί απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών, δεν κούναγαν ρούπι από τη θέση τους. Ήταν τέτοια η γενναιότητά τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους δυο νέους του χωριού, που παράτολμοι όπως ήταν λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, θέλησαν να σκοτώσουν τον Αιγύπτιο πρίγκιπα μέσα στην ίδια του τη σκηνή! Γνωρίζοντας τα μονοπάτια, έφτασαν μέχρι εκεί και κατάφεραν να μπουν… μα δεν ήξεραν ποιος ανάμεσα σε όλους τους

αξιωματούχους ήταν ο Ιμπραήμ! Σκότωσαν τρεις αλλά ο εκείνος στάθηκε τυχερός. Κατάλαβε όμως πως δύσκολα τα βάζει κανείς με αυτούς τους μπαρουτοκαπνισμένους ανθρώπους, τους μαθημένους στον πόλεμο και τις κακουχίες…Ασθμαίνοντας διηγείται τις ιστορίες ο κ. Μένης, θαρρείς πως τις βλέπει να εξελίσσονται τώρα μπροστά του. Χάνει την ανάσα του αλλά όχι το πάθος του. Το βιώνω την επόμενη μέρα που ανεβαίνει στον Πολυάραβο, ώστε να εκφωνήσει τον πανηγυρικό λόγο στην ετήσια γιορτή που διοργανώνεται στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στους πρόποδες του χωριού. Στην είσοδο της μικρής εκκλησίας, με καλωσορίζει ο… αρχάγγελος Μιχαήλ. Όχι αυτοπροσώπως αλλά η διάσημη οργισμένη αγιογραφία του σε φυσικό μέγεθος. Στο ένα του χέρι κραδαίνει σπαθί, στο άλλο ένα φασκιωμένο μωρό! Το πρόσωπό του είναι γεμάτο θυμό όπως και οι μορφές που είναι ζωγραφισμένες στη στρατιωτική στολή του. Είναι η τέλεια απεικόνιση του τιμωρού του Θεού, του υπερασπιστή της αδικίας. Έξω από την εκκλησία, με τον μοναδικό γλαφυρό του τρόπο, ο κ. Μένης μαγνητίζει τους λιγοστούς παριστάμενους στην επιμνημόσυνη δέηση. Τα λόγια του αντηχούν στους πέτρινους τοίχους των εγκαταλελειμμένων κτισμάτων του Πολυάραβου. Σηκώνω το βλέμμα μου και αντικρίζω να μας σκεπάζει αγέρωχα η ουρανοθέμελη καστροπολιτεία. Η λιτή γιορτή τελειώνει και οι περισσότεροι παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού. Το σφύριγμα του ανέμου μεταφέρει το μοιρολόι της εγκατάλειψης. Νιώθω μια ακαταμάχητη έλξη από τα ερείπια που χάσκουν στον συννεφιασμένο ουρανό.

Παίρνω το ανηφορικό δύσβατο μονοπάτι που οδηγεί στην έρημη αυτή γωνιά της Μάνης, στα 850 μέτρα υψόμετρο. Τα πρώτα σπίτια με πείθουν, πως ένα αρχιτεκτονικό θαύμα πραγματοποιήθηκε σε αυτόν εδώ τον οικισμό. Οι καλλιτέχνες-λαξευτές της πέτρας κατάφεραν να στριμώξουν όλη τους την τέχνη ανάμεσα σε κοφτερούς βράχους. Οι πολυκαιρισμένοι τοίχοι δίνουν αγώνα να κρατήσουν ζωντανό τον μύθο τους. Μπροστά μου ορθώνεται, ίσως το πιο καλοδιατηρημένο κτίριο του Πολυάραβου, ο κεντρικός του ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο. Εντύπωση μου προξενεί το τέμπλο, που είναι κι αυτό πέτρινο, όπως φυσικά, κι όλος ο υπόλοιπος ναός. Βγαίνω να ξαποστάσω, κάθομαι σε ένα πεζούλι.

Νομίζω, πως ο άνεμος φέρνει τον ήχο της μάχης, τα καριοφίλια που βροντούν και τις ιαχές των παθιασμένων στρατιωτών. Συνεχίζω την περιπλάνηση ανάμεσα από πεσμένες πέτρες και λιθόκτιστα σπίτια που επιμένουν να στέκονται όρθια παρά την επικείμενη καταστροφή από τον αδυσώπητο χρόνο που περνά και χάνεται.

Φτάνω σε ένα παλιό μισογκρεμισμένο σπίτι που βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο του πέτρινου οικισμού. Στο πλάι μου, η ελατόφυτη πλαγιά της Ζήζιαλης, του βουνού που αγκαλιάζει από βορρά τον Πολυάραβο. Μπροστά μου ατενίζω την ξεχασμένη στον χρόνο καστροπολιτεία και στο βάθος το μάτι χάνεται μέχρι τον κόλπο του Γυθείου. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο πέρα από τον αέρα που λυσσομανάει, λες κι έχει βαλθεί να τονίσει την κυριαρχία του στον άγονο αυτόν τόπο. Η ανάσα καθαρή, τα πνευμόνια γεμίζουν οξυγόνο και το μυαλό εικόνες. Κάποτε εδώ ζούσαν, γλένταγαν, ιδρωκοπούσαν όσες και τόσες οικογένειες. Τώρα σιωπή. Ίσως να θέλησε η μοίρα να κρατήσει ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των ηρώων αλλά, τελικά, αυτό να κράτησε λιγάκι παραπάνω...

 

Κλασικό δείγμα πυργόσπιτου Μάνης.
Ο οργισμένος αρχάγγελος Μιχαήλ.

«Διατί φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλλουν ποτέ ες αγάπην και διά τούτο ονομάσθη ο τόπος εκείνος Μάνη».

Ανεξίτηλα σημάδια.
Το Σιδηρόκαστρο.
Παράθυρο αναμνήσεων,
Ερείπια προβάλλουν από μισογκρεμισμένες στοές.

Στο ίδιο τεύχος

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares