Από τον Όλυμπο στα Αντιχάσια
Ένας δρόμος μέσα στο βουνό
Το πέρασμα της Πέτρας
Από την Κατερίνη ξεκινούσε η ποδηλατική μου διαδρομή προς τα βουνά της Πιερίας. Μέσα σε περίπου μία ώρα είχα ήδη αφήσει πίσω μου την πόλη και ο δρόμος άνοιγε προς τον κάμπο. Η Κατερίνη δεν μου ήταν άγνωστη. Την είχα επισκεφθεί ξανά σε προηγούμενες ποδηλατικές εξορμήσεις και ένιωθα πως ξεκινούσα από ένα γνώριμο σημείο αναφοράς, σχεδόν σαν να στεκόμουν σε ένα μικρό «κάστρο» πριν την έξοδο στην περιπέτεια.
Ποδηλατούσα με κατεύθυνση το χωριό Φωτεινά, στους πρόποδες των Πιερίων. Φτάνοντας εκεί ένιωσα πως είχα περάσει σε έναν άλλο κόσμο. Βρισκόμουν πια στην πίσω αυλή του Ολύμπου. Οι κορυφές του υψώνονταν απότομα μπροστά μου, επιβλητικές, με λίγες λευκές πινελιές χιονιού να επιμένουν ακόμη ψηλά — τελευταίο απομεινάρι του χειμώνα.
Ο στόχος της ημέρας ήταν πια κοντά: η Πέτρα Ολύμπου. Ο «τερματισμός» φάνηκε στο βάθος μιας ευθείας, με τη μορφή του ιερού ναού της Θεοτόκου. Το πραγματικό τρόπαιο όμως δεν ήταν ο ναός, αλλά το ίδιο το τοπίο που απλωνόταν γύρω μου. Βρισκόμουν στο στενό της Πέτρας, ένα καταπράσινο πέρασμα ανάμεσα στον Όλυμπο και τα Πιέρια. Από την αρχαιότητα το στενό της Πέτρας αποτελούσε ένα από τα βασικά περάσματα που συνέδεαν τη Θεσσαλία με τη Μακεδονία. Από εδώ, σύμφωνα με την παράδοση, πέρασε και ο Ξέρξης κατευθυνόμενος προς τις Θερμοπύλες.
Λίγο πιο πέρα ένας χωματόδρομος κατέβαινε προς τη βάση του βράχου της Πέτρας, μιας απόκρημνης έξαρσης που υψώνεται πάνω από το φαράγγι. Στην κορυφή του διακρινόταν ένας σταυρός και δίπλα του κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή βρισκόταν το μικρό βασίλειο της Πέτρας ή Καρακόλι, το οποίο κάποτε πολιορκήθηκε από τους Τούρκους. Κατά μία εκδοχή, το κάστρο έπεσε έπειτα από προδοσία — ή μέσω ενός υδραγωγείου από όπου οι πολιορκητές κατάφεραν να εισβάλουν. Τότε, η βασίλισσα του κάστρου, η Ροϊδώ, προτίμησε να πέσει μαζί με το παιδί της από τον βράχο στα βάθη της χαράδρας του Ίταμου.
Άφησα το ποδήλατο στη βάση του βράχου και ακολούθησα ένα κακοτράχαλο μονοπάτι προς την κορυφή. Η ανάβαση ήταν σύντομη αλλά απότομη. Φτάνοντας πάνω, η θέα άνοιξε εντυπωσιακά. Ο βράχος πέφτει σχεδόν κατακόρυφα προς το φαράγγι του Ίταμου και η αίσθηση του ύψους προκαλεί ίλιγγο. Από κάτω ακουγόταν το γάργαρο νερό του ποταμού, ενώ λίγο πιο πέρα διέκρινα ένα μονοπάτι με τσιμεντένιες σκάλες που χανόταν μέσα στη χαράδρα. Ήταν αρκετός λόγος για να κατέβω να το εξερευνήσω.
Τα περίπου 300 σκαλιά του μονοπατιού οδηγούν μέχρι την κοίτη του ποταμού. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα, βρίσκεται το μικρό ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Βούτηξα στο παγωμένο νερό του ποταμού. Ήταν ένα πραγματικό βάπτισμα. Η κούραση της ημέρας έφυγε σχεδόν αμέσως. Ανανεωμένος, ανέβηκα ξανά το μονοπάτι μέχρι το σημείο όπου είχα αφήσει το ποδήλατο.
Το ξωκλήσι της Θεοτόκου βρισκόταν πολύ κοντά στον δρόμο, οπότε αποφάσισα να διανυκτερεύσω στην ύπαιθρο. Άπλωσα τον υπνόσακο πίσω από μια συστάδα θάμνων, σε ασφαλή απόσταση από τον δρόμο, και ετοίμασα το λιτό βραδινό μου γεύμα, περιμένοντας να πέσει η νύχτα.
Και η νύχτα έπεσε. Οι κορυφογραμμές των βουνών μόλις που διαγράφονταν στον έναστρο ουρανό. Ένα ελαφρύ αεράκι σηκώθηκε και το θρόισμα των φύλλων μπλέχτηκε με τους ήχους του δάσους — κάποιο τρωκτικό που περνούσε, ένα πουλί που τιναζόταν στιγμιαία μέσα στο σκοτάδι.
Στη σκιά του Ολύμπου
Το πρωί ξύπνησα ξεκούραστος και, αφού πήρα ένα λιτό πρωινό, ξαναμπήκα στον δρόμο. Η διαδρομή ανηφόριζε ήπια μέχρι τον Άγιο Δημήτριο, το πρώτο μεγάλο χωριό της περιοχής. Στην πλατεία μερικοί ηλικιωμένοι είχαν ήδη πιάσει κουβέντα πάνω από τους πρωινούς καφέδες τους. Σταμάτησα για λίγο να πιω κι εγώ έναν καφέ πριν συνεχίσω.
Λίγο μετά το χωριό το τοπίο άλλαξε. Το φαράγγι άνοιξε και το πυκνό δάσος υποχώρησε προς τις ψηλότερες πλαγιές, αφήνοντας στη θέση του μια ανοιχτή κοιλάδα γεμάτη καλλιέργειες. Ο δρόμος συνέχισε να ανεβαίνει μέχρι το Παλιοδέρβενο, ένα διάσελο περίπου στα 1.000 μέτρα, φυσικό πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία.
Από εκεί πήρα τον κατήφορο προς τον κάμπο του Πυθίου. Λίγα χιλιόμετρα αργότερα εμφανίστηκε η ταβέρνα «Το Παλιόχανο», κυριολεκτικά στη μέση του κάμπου. Κάθισα στον κήπο, κάτω από μια μεγάλη μουριά, αφήνοντας το βλέμμα μου να ταξιδεύει προς τον Όλυμπο. Τότε πρόσεξα ένα μικρό λευκό σημάδι στην κορυφή ενός λόφου λίγο πιο πέρα. Κοιτάζοντας τον χάρτη κατάλαβα πως επρόκειτο για το ξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων. Και σχεδόν αμέσως κατάλαβα πως εκεί θα περνούσα τη νύχτα.
Οι Άγιοι Απόστολοι στέκονται σε περίοπτη θέση στη σκιά του Ολύμπου. Στην είσοδο της εκκλησίας είναι εντοιχισμένη μια αρχαία μαρμάρινη πλάκα — ένα μικρό ίχνος ότι κάποτε εδώ υπήρχε αρχαίος ναός. Στη βάση του λόφου ξεκινά επίσης ένα από τα βασικά μονοπάτια που οδηγούν προς τις ψηλές κορυφές του Ολύμπου, το λεγόμενο «Μονοπάτι Πυθίου Απόλλωνα». Από εκεί, το βουνό αρχίζει ξανά να υψώνεται μπροστά σου — και η διαδρομή να ανοίγει προς τις μεγάλες κορυφές.
Εκεί που τελειώνει η άσφαλτος, αρχίζει το πραγματικό ταξίδι
Το ξωκλήσι ήταν κλειδωμένο. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα σε έναν ξύλινο πάγκο της αυλής.
Από τον κάμπο στα Αντιχάσια
Σύντομα βρέθηκα στον ανοιχτό κάμπο. Στα αριστερά μου ο Όλυμπος απομακρυνόταν σιγά σιγά, ενώ δεξιά, στον μακρινό ορίζοντα, άρχισαν να διαγράφονται τα λιγότερο γνωστά Αντιχάσια — το βουνό που θα ακολουθούσα στη συνέχεια της διαδρομής. Η Ελασσόνα εμφανίστηκε λίγο αργότερα μέσα στον κάμπο. Στην κεντρική πλατεία έκανα μια μικρή στάση για φαγητό και ξεκούραση πριν συνεχίσω προς τα Αντιχάσια.
Ο δρόμος περνούσε μέσα από απέραντες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η ζέστη θόλωνε τον ορίζοντα και τα ξερά χωράφια μαζί με τις χαμηλές λοφοσειρές έδιναν στο τοπίο μια αυστηρή, σχεδόν μονότονη όψη. Μέσα σε αυτό το τοπίο εμφανίστηκε το μικρό χωριό Αγιονέρι. Με λίγα μόνο σπίτια, μοιάζει ασήμαντο με την πρώτη ματιά, όμως κρύβει μια μικρή έκπληξη: την πέτρινη εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
Σταμάτησα στην αυλή της, στη σκιά ενός μεγάλου πλατάνου. Δίπλα βρίσκεται μια παλιά βρύση, από την οποία ήπια το δροσερό νερό που τόσο χρειαζόμουν για να συνεχίσω την πορεία μέσα στη ζέστη. Λέγεται πως κάποτε ένας τυφλός περαστικός σταμάτησε εδώ, έπλυνε το πρόσωπό του στο νερό της πηγής και ξαναβρήκε το φως του. Το σημερινό Αγιονέρι δημιουργήθηκε μετά το 1922 από πρόσφυγες του Πόντου, που έφεραν μαζί τους τις μνήμες και τις ιστορίες του τόπου τους.
Από εκεί και πέρα τα Αντιχάσια άρχισαν να υψώνονται όλο και πιο καθαρά μπροστά μου. Λίγα ακόμη χιλιόμετρα δρόμου με έφεραν τελικά στους πρόποδες του βουνού. Περίπου μία ώρα αργότερα έφτασα στο ξωκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Εκεί, για ακόμη μια φορά, ένα μικρό ξωκλήσι θα γινόταν το καταφύγιο της νύχτας.
Στο δάσος της Οξυάς
Η τέταρτη ημέρα ξεκίνησε με μια ατελείωτη ανηφόρα προς τη Βερδικούσα, το μεγαλύτερο χωριό των Αντιχασίων. Για σχεδόν δύο ώρες ποδηλατούσα αργά, με το χωριό να πλησιάζει βασανιστικά λίγο κάθε φορά. Έκανα αρκετές στάσεις και η ζέστη δυνάμωνε όσο ανέβαινα, όμως ήξερα πως όσο πλησίαζα στα ψηλά τόσο πιο κοντά θα βρισκόμουν στη δροσιά του βουνού. Όταν τελικά έφτασα, η Βερδικούσα απλώθηκε μπροστά μου ήσυχη, χτισμένη μέσα στο πράσινο.
Λίγο αργότερα μπήκα τελικά στην πλατεία του χωριού — σχεδόν θριαμβευτικά. Η έκπληξη των ανθρώπων που κάθονταν στο καφενείο ήταν εμφανής όταν εμφανίστηκα ξαφνικά μπροστά τους με το ποδήλατο. Σε λίγα λεπτά με είχαν ήδη βάλει να καθίσω στο μπροστινό τραπέζι και με κέρασαν κάτι δροσερό και γλυκό.
Η Βερδικούσα απλώνεται μέσα στο καταπράσινο δάσος της Οξυάς, ένα από τα μεγαλύτερα δάση της περιοχής. Το χωριό έχει ιστορία αιώνων και οι κάτοικοί του ζουν ακόμη από την κτηνοτροφία, τη γεωργία και την υλοτομία. Από τα τοπικά προϊόντα ξεχωρίζει το παραδοσιακό γίδινο τυρί, το «νιβατό», που είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω.
Με τη γεύση του ακόμη να μένει στο στόμα, άφησα πίσω μου τα τελευταία σπίτια της Βερδικούσας και πήρα ξανά τον δρόμο. Σύντομα χάθηκε μέσα στο πυκνό δάσος της οξιάς και το τοπίο γύρω μου έγινε πιο άγριο και σιωπηλό. Μετά από αρκετή ώρα πέρασα το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου και συνέχισα προς την κορυφή Μάμαλη.
Με υψόμετρο 1.398 μέτρα, η Μάμαλη είναι η δεύτερη ψηλότερη κορυφή των Αντιχασίων. Στην κορυφή ανοίγεται ένα μεγάλο ξέφωτο όπου βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αναργύρων, μαζί με μερικές πρόχειρες κατασκηνωτικές εγκαταστάσεις — ακόμη και ένα ξύλινο δεντρόσπιτο. Κάθε Ιούλιο οργανώνεται εδώ μια μεγάλη συνάντηση μοτοσικλετιστών με μουσική και φαγητό.
Στο νότιο άκρο της κορυφής σώζεται ένα παλιό πολυβολείο-φυλάκιο και ένα κιόσκι που προσφέρει απεριόριστη θέα προς τον θεσσαλικό κάμπο και την οροσειρά της Πίνδου. Η νύχτα ήρθε γρήγορα. Δεν υπήρχε φεγγάρι και ο γαλαξίας διαγραφόταν καθαρά στον ουρανό. Χαμηλά στο έδαφος εμφανίζονταν μικρά φωτεινά στίγματα που άναβαν και έσβηναν μέσα στο σκοτάδι. Ήταν πυγολαμπίδες.
Το ταξίδι επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι η χαρά της ποδηλασίας δεν βρίσκεται μόνο στον προορισμό, αλλά κυρίως στη διαδρομή. Και στις ιστορίες που αφήνει πίσω της ο δρόμος.
Η κορυφή που δεν φαινόταν
Το ξημέρωμα στο εκκλησάκι είχε μια μικρή απρόσμενη συνάντηση. Ο άνθρωπος που ανέβηκε από τη Βερδικούσα για να καθαρίσει τον περίβολο μου έδωσε και την πιο πρακτική συμβουλή της ημέρας. «Προσοχή στα αγριογούρουνα».
Λίγο αργότερα ξεκινούσα ήδη για την κορυφή της Τσέτσιλας. Το μονοπάτι χανόταν μέσα στο δάσος της οξιάς. Σε πολλά σημεία προχωρούσα πεζός, σέρνοντας το ποδήλατο πάνω σε ένα παχύ στρώμα ξερόφυλλων που έτριζαν σε κάθε βήμα. Το βουνό ήταν πυκνό, σχεδόν κλειστό, χωρίς ανοίγματα. Όταν πλησίασα στην κορυφή περίμενα ότι θα δω τον ορίζοντα να ανοίγει. Δεν έγινε.
Το δάσος παρέμενε το ίδιο πυκνό. Βρέθηκα σε ένα μικρό πλάτωμα και για λίγα δευτερόλεπτα είχα την παράξενη αίσθηση ότι έπρεπε να ψάξω πίσω από ποιο δέντρο κρυβόταν… η κορυφή. Η κορυφή όμως ήταν αυτό το πλάτωμα.
Κάπως παράξενο για έναν ορειβάτη που έχει συνηθίσει να μετρά την κατάκτηση μιας κορυφής από το άνοιγμα της θέας. Όταν τελικά κατάφερα να βγω από το πυκνό δάσος και να φτάσω στον δρόμο προς τη λίμνη του Λογγά, μια μικρή ανταμοιβή με περίμενε δίπλα σε μια πηγή: αγριοφραουλιές γεμάτες καρπούς. Στάθηκα για λίγο δοκιμάζοντας τις μικρές, γλυκές φράουλες πριν συνεχίσω τη διαδρομή.
Στη λίμνη του Λογγά
Τα δύσκολα είχαν πια περάσει και έτσι εύκολα έφτασα στη λίμνη. Ένα ξύλινο αναψυκτήριο δίπλα στο νερό μου έδωσε την ευκαιρία για κάτι δροσιστικό και μια μικρή στάση για φαγητό.
Η λίμνη του Λογγά δημιουργήθηκε το 2002 με την κατασκευή ενός μικρού φράγματος για την ύδρευση της περιοχής και σύντομα έγινε αγαπημένος προορισμός για στάση μέσα στο βουνό. Αξίζει να σημειωθεί πως η κοιλάδα όπου βρίσκεται αποτελούσε το 1897 το σύνορο της Ελλάδας με την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Λίγο παρακάτω βρίσκεται το χωριό Λογγάς, που σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα. Ένας από τους πρώτους κατοίκους του λέγεται ότι ήταν ο αρχικλέφτης Πλιάτσικας, για τον οποίο σώζεται ακόμη και δημοτικό τραγούδι.
Αργά το μεσημέρι άρχισα να κατηφορίζω την κοιλάδα. Το τοπίο άλλαζε ξανά. Τα πυκνά δάση της οξιάς άρχισαν να αραιώνουν και στη θέση τους εμφανίστηκαν καλλιεργημένες εκτάσεις και συστάδες βελανιδιών.
Το τελευταίο χιλιόμετρο της ημέρας με έφερε στο ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, κοντά στο Καλοχώρι, σε ένα ύψωμα που αγναντεύει τον θεσσαλικό κάμπο. Το ξωκλήσι ήταν κλειδωμένο. Έτσι εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα σε έναν ξύλινο πάγκο της αυλής.
|
Η τελευταία διαδρομή |
Ξεκίνησα νωρίς το πρωί για τα τελευταία χιλιόμετρα. Ο δρόμος συνέχιζε κατηφορικός και σύντομα βρέθηκα ξανά στην πεδιάδα, κάτω από τη χαρακτηριστική κορυφή της Θεόπετρας. Από εκεί η πόλη απείχε πια λίγο.
Περνώντας μπροστά από ένα ποδηλατάδικο, δύο άντρες με κοίταξαν με περιέργεια. Τους καλημέρισα και τους ρώτησα πού μπορώ να βρω έναν φούρνο. Ο ένας συστήθηκε ως Στέλιος Βάσκος και μου έδωσε την κάρτα του. Λίγο αργότερα κατάλαβα ποιον είχα μόλις συναντήσει. Ο Βάσκος είναι από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ποδηλασίας: πολυετής πρωταθλητής Ελλάδας, βαλκανιονίκης και αθλητής αντοχής που έχει διασχίσει με το ποδήλατο χιλιάδες χιλιόμετρα σε όλη την Ευρώπη. Στα Τρίκαλα τον θεωρούν άνθρωπο που άναψε τη σπίθα της ποδηλασίας στην πόλη.
Έτσι ολοκληρώθηκε αυτή η ποδηλατική διαδρομή στα Αντιχάσια. Από τα δάση της οξιάς και τις σιωπηλές κορυφές μέχρι τις μικρές εκπλήξεις του δρόμου — μια πηγή με αγριοφράουλες, ένα απομονωμένο εκκλησάκι, μια τυχαία συνάντηση — το ταξίδι επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι η χαρά της ποδηλασίας δεν βρίσκεται μόνο στον προορισμό, αλλά κυρίως στη διαδρομή. Και στις ιστορίες που αφήνει πίσω της ο δρόμος.