Λέρος
Καλοκαίρι πάνω από τα οχυρά
Ύστερα από έναν σύντομο και ανήσυχο ύπνο, ανέβηκα στο κατάστρωμα. Είχαμε αφήσει πίσω μας την Πάτμο και πλέαμε προς τη Λέρο. Στο αχνό φως της αυγής φανερώθηκε ένας άγονος βραχότοπος, χωρίς ίχνη βλάστησης ή κατοίκησης, σε σημείο που να αναρωτηθεί κανείς: «Έτσι είναι η Λέρος;».
Το στενό του Λακκίου
Η ομορφιά του νησιού όμως κρύβεται στην άλλη πλευρά του, την ανατολική. Πλησιάζοντας, ξαφνικά «άνοιξε» ένας δίαυλος στην ακτή: ήταν το στενό του όρμου του Λακκίου. Περάσαμε ανάμεσα από τις απόκρημνες πλευρές του περάσματος και μπήκαμε στον όρμο. Στο βάθος φαινόταν ήδη το Λακκί, ενώ στα δεξιά ξεχώριζε μια βάση του πολεμικού ναυτικού. Η Λέρος αποκάλυπτε το πρόσωπό της αργά, σχεδόν θεατρικά.
Η Λέρος απλώνεται ανάμεσα στην Πάτμο, τους Λειψούς και την Κάλυμνο, με ένα ανάγλυφο γεμάτο αντιθέσεις: άγονοι λόφοι, μικρές εύφορες κοιλάδες, πεύκα, ελιές και ευκάλυπτοι. Το Λακκί, με το σχεδόν κλειστό φυσικό του λιμάνι, υπήρξε το στοιχείο που καθόρισε τη νεότερη ιστορία της Λέρου. Οι Ιταλοί το αναγνώρισαν αμέσως ως στρατηγικό σημείο και το 1934 δημιούργησαν εδώ μια νέα πόλη και έναν πολεμικό ναύσταθμο. Γύρω του, οι λόφοι γέμισαν με πυροβολαρχίες, παρατηρητήρια και υπόγειες στοές. Ακόμη και σήμερα, όμως, η στρατιωτική παρουσία μοιάζει να επιβιώνει κάτω από το καλοκαιρινό φως, σαν σκιά που δεν έφυγε ποτέ ολοκληρωτικά.
Όταν αποβιβάστηκα, λίγο μετά τις πέντε και μισή το πρωί, η πόλη ακόμα κοιμόταν. Μόνο λίγα φώτα παρέμεναν αναμμένα στο λιμάνι και ο αέρας μύριζε αλάτι και υγρασία. Περπάτησα για λίγο στους άδειους δρόμους μέχρι να ανοίξει κάποιος φούρνος. Το Λακκί προκαλεί αμέσως μια παράξενη αίσθηση. Έχει το μέγεθος ενός μικρού νησιώτικου οικισμού, όμως η ρυμοτομία και τα κτίριά του θυμίζουν ευρωπαϊκή πόλη του Μεσοπολέμου. Οι δρόμοι είναι φαρδιοί, οι όγκοι καθαροί, οι γραμμές λιτές. Η αρχιτεκτονική του, επηρεασμένη από τον μοντερνισμό, το Bauhaus και τον ιταλικό ρασιοναλισμό, παραμένει μοναδική στην Ελλάδα — και τα τελευταία χρόνια μοιάζει να ανακαλύπτεται ξανά από αρχιτέκτονες, φωτογράφους και ταξιδιώτες. Το κινηματοθέατρο Ρόμα, οι στρατώνες, η αγορά με το ρολόι, το τελωνείο, τα παλιά ξενοδοχεία, ακόμα και τα διοικητικά κτίρια, μοιάζουν να έχουν μείνει πεισματικά αγκιστρωμένα σε μια άλλη εποχή — μια εποχή που σήμερα δείχνει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Ποδήλατο προς τη Σκουμπάρδα
Με το ποδήλατο ξεκίνησα προς τη νότια πλευρά του νησιού. Ο δρόμος περνούσε από τα Τεμένια και τα Λέπιδα, μέσα από περιοχές με πεύκα, ευκαλύπτους και μικρές καλλιέργειες. Η πρωινή δροσιά κρατούσε ακόμη, όμως ο ήλιος ανέβαινε γρήγορα.
Στα Λέπιδα εμφανίστηκαν οι εγκαταστάσεις του κρατικού θεραπευτηρίου της Λέρου και λίγο πιο πέρα τα ερείπια της παλιάς ιταλικής αεροναυτικής βάσης, με τον μεγάλο γερανό που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά των υδροπλάνων στη θάλασσα. Η μεταπολεμική ιστορία αυτών των κτιρίων είναι εξίσου βαριά: Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων κατά τη δικτατορία, αλλά και το διαβόητο ψυχιατρείο της Λέρου, που για δεκαετίες έγινε διεθνές σύμβολο εγκατάλειψης και εγκλεισμού. Στη Λέρο, σχεδόν κάθε κτίριο μοιάζει να απέκτησε δεύτερη ζωή· και κάθε δεύτερη ζωή κουβαλάει το δικό της τραύμα.
Ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει προς τη Σκουμπάρδα, την ψηλότερη κορυφή του νησιού. Όσο ανέβαινα, η βλάστηση λιγόστευε και το τοπίο γινόταν όλο και πιο άγονο και πετρώδες. Η ζέστη δυνάμωνε, ενώ το φως έπεφτε σκληρό πάνω στις πλαγιές και στα παλιά σκυροδέματα των οχυρώσεων. Από την κορυφή η θέα είναι συγκλονιστική. Το Λακκί ανοίγεται χαμηλά σαν φυσική λίμνη, ενώ απέναντι φαίνονται η Κάλυμνος, η Τέλενδος και, με καθαρό καιρό, οι μικρασιατικές ακτές. Στην κορυφογραμμή σώζονται ακόμη διάσπαρτα τα υπολείμματα της ιταλικής πυροβολαρχίας San Giorgio: βάσεις πυροβόλων, αποθήκες πυρομαχικών, ανατιναγμένα καταφύγια και ερειπωμένοι θάλαμοι στρατωνισμού με ξεθωριασμένες ιταλικές επιγραφές στους τοίχους. Η περιοχή χρησιμοποιήθηκε και ως σκηνικό για την ταινία «Τα Κανόνια του Ναβαρόνε». Πράγματι, το τοπίο μοιάζει φτιαγμένο για πολεμικό κινηματογράφο: απόκρημνες πλαγιές, ξερό φως και θάλασσα που γυαλίζει χαμηλά κάτω από τα πυροβολεία.
Η Λέρος κρατά μια παράξενη ησυχία· σαν νησί που δεν βιάστηκε ποτέ να γίνει τουριστικός προορισμός.
Ξερό φως, απόκρημνες πλαγιές και θάλασσα που γυαλίζει χαμηλά κάτω από τα πυροβολεία.
Στοές και οχυρώσεις
Συνέχισα προς τον Ξηρόκαμπο και το Παλιόκαστρο, την αρχαία ακρόπολη με τα κυκλώπεια τείχη. Η μεσημεριανή κάψα είχε αρχίσει πια να γίνεται αισθητή. Ο αέρας μύριζε θυμάρι και αλάτι, ενώ τα τζιτζίκια ακούγονταν ασταμάτητα στις πλαγιές. Κατεβαίνοντας από το Παλιόκαστρο, συνάντησα μια παλιά ιταλική σκοπιά και λίγο πιο πέρα ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη του δρόμου. Πλησίασα για να δω καλύτερα και ξαφνικά πετάχτηκε από μέσα ένα τρομαγμένο κατσίκι. Σχεδόν αμέσως ξεχύθηκε έξω ολόκληρο κοπάδι. Ήταν μία από τις πολλές υπόγειες στοές του νησιού, που κάποτε χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες πυρομαχικών και σήμερα λειτουργούν σαν πρόχειρα καταφύγια για ζώα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ίσως καλύτερα από οπουδήποτε αλλού τι είναι τελικά η Λέρος: ένας τόπος όπου το καλοκαίρι, η καθημερινότητα και η φύση έχουν σκεπάσει τον πόλεμο, χωρίς όμως να τον εξαφανίσουν.
Το απόγευμα ανέβηκα προς την Πατέλα, όπου βρισκόταν το κέντρο συντονισμού του αντιαεροπορικού συστήματος των Ιταλών. Η διαδρομή περνά από μικρά γεφυράκια, στοές και τον Άγιο Σπυρίδωνα, ένα εκκλησάκι σχεδόν χωμένο μέσα στη γη. Στην κορυφή, τα μεγάλα κτίρια της διοίκησης σώζονται ακόμη, αν και σήμερα χρησιμοποιούνται συχνά ως μαντριά. Μέσα στους σκοτεινούς θαλάμους, πάνω από την έντονη μυρωδιά της κοπριάς, διακρίνονται ακόμη σχέδια και ξεθωριασμένες μπογιές στους τοίχους. Σε μια στοά, πάνω από την είσοδο, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή «AUGUST 1944», σημάδι ότι οι Γερμανοί συνέχισαν τις οχυρώσεις μετά την κατάληψη του νησιού.
Η μάχη της Λέρου υπήρξε μία από τις σκληρότερες συγκρούσεις στο Αιγαίο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Άγγλοι προσπάθησαν να κρατήσουν το νησί ως βάση επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν και τον Νοέμβριο του 1943 αποβιβάστηκαν στη Λέρο. Στις 16 Νοεμβρίου κατέλαβαν τελικά το διοικητήριο στο Μεροβίγλι και η μάχη έληξε. Ακόμη και σήμερα, όμως, ο πόλεμος μοιάζει να παραμένει διάσπαρτος στο τοπίο, μέσα σε στοές, πολυβολεία και ερειπωμένες βάσεις που ξεπροβάλλουν ξαφνικά πάνω από τη θάλασσα.
Η άλλη πλευρά του νησιού
Βόρεια του Λακκίου, ο δρόμος περνά από τη Γούρνα και την Καμάρα, μέσα από τις πιο πράσινες περιοχές της Λέρου. Οι ευκάλυπτοι ρίχνουν σκιά πάνω στην άσφαλτο και η αλμύρα φτάνει μέχρι τις πλαγιές. Στο Παρθένι βρισκόταν το στρατόπεδο όπου μεταφέρθηκαν πολιτικοί κρατούμενοι κατά τη δικτατορία, ανάμεσά τους ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μανώλης Γλέζος. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται η Αγία Κιουρά, ένα μικρό εκκλησάκι που εξωτερικά δεν προϊδεάζει για όσα κρύβει στο εσωτερικό του. Οι τοιχογραφίες της έγιναν από εξόριστους ζωγράφους την περίοδο της δικτατορίας, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως μοντέλα άλλους κρατούμενους, ντόπιους, ακόμη και χωροφύλακες. Αργότερα, κάποιες παραστάσεις ασβεστώθηκαν από καλόγερο που τις θεώρησε ασέβεια. Ευτυχώς, το 1983 η εκκλησία ανακηρύχθηκε διατηρητέο ιστορικό μνημείο.
Από εκεί συνέχισα προς τον Μπλεφούτη, μια ήσυχη περιοχή που δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι υπήρξε σημείο στρατιωτικής έντασης. Χαμηλή ξηροφυτική βλάστηση, πέτρες, λίγα πεύκα, θάλασσα και εγκαταλειμμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις συνθέτουν ένα τοπίο λιτό, σχεδόν άδειο. Σε ένα παλιό κτίριο στρατωνισμού, κάτω από μια ιταλική επιγραφή που μιλούσε για μάχη, θυσία και καθήκον, ανακάλυψα μέσα στο μισοσκόταδο έναν βοσκό να φτιάχνει τυρί. Οι μύγες βούιζαν παντού και η μυρωδιά ήταν αποπνικτική. Κι όμως, η εικόνα είχε κάτι σχεδόν γαλήνιο. Η παλιά πολεμική μηχανή είχε μετατραπεί σε κομμάτι της καθημερινότητας του νησιού.
Ύστερα, η Λέρος χάθηκε οριστικά μέσα στη νύχτα…
Βραδινό φως στα Άλινδα
Αργότερα κατέβηκα προς τον Άγιο Ισίδωρο, την ώρα που η υγρασία άρχιζε να απλώνεται πάνω από τον κόλπο της Γούρνας και το φως μαλάκωνε πάνω στις πέτρες. Το μικρό εκκλησάκι, χτισμένο πάνω σε μια βραχονησίδα και ενωμένο με τη στεριά με ένα στενό τσιμεντένιο μονοπάτι μέσα στη θάλασσα, μοιάζει να αιωρείται πάνω στο νερό. Εκεί, η Λέρος αλλάζει τόνο. Η βαριά ιστορία υποχωρεί για λίγο και εμφανίζεται η γαλήνη του τοπίου, ο κόλπος της Γούρνας, το απαλό φως, η υγρασία, το αίσθημα ότι το νησί δεν εξαντλείται στα οχυρά και στις πληγές του. Από εκεί συνέχισα προς τα Άλινδα, ίσως το πιο ανοιχτό και καλοκαιρινό πρόσωπο της Λέρου. Ταβέρνες δίπλα στη θάλασσα, λευκά ξενοδοχεία, καφέ γεμάτα κόσμο και ο πύργος του Παρίση Μπελλένη να δεσπόζει πάνω από τον όρμο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα κι εδώ, πίσω από τη βλάστηση και τις παραλίες, εμφανίζονται ξαφνικά παλιά πυροβολεία και στρατιωτικές θέσεις.
Το βράδυ, στα Άλινδα και στη Γούρνα, τα τραπεζάκια φτάνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα. Ψάρια, μεζέδες, καλαμάρια και παγωμένες μπύρες κάτω από την υγρασία του Ιουνίου. Ακόμη κι εκεί όμως, η Λέρος κρατά μια παράξενη ησυχία· σαν νησί που δεν βιάστηκε ποτέ να γίνει τουριστικός προορισμός.
Το κάστρο και το Μεροβίγλι
Στην Αγία Μαρίνα και τον Πλάτανο, η Λέρος αποκτά πιο έντονα νεοκλασικό χαρακτήρα. Τα σπίτια απλώνονται πυκνά στις πλαγιές κάτω από το κάστρο του Παντελίου, που δεσπόζει πάνω από το νησί από τον 11ο αιώνα. Από εκεί ψηλά, η θέα προς το Λακκί, τη Σκουμπάρδα και τις βόρειες κορυφές είναι μαγευτική. Στην είσοδο της εκκλησίας της Παναγίας, μέσα στο κάστρο, συνάντησα μια ηλικιωμένη κυρία υπεύθυνη του ναού. Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Στάθηκε ιδιαίτερα στη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη του νησιού και στην οικοδομική δραστηριότητα των τελευταίων χρόνων. «Τα σπίτια έχουν σκαρφαλώσει μέχρι ψηλά στα βουνά», μου είπε χαρακτηριστικά. Πολλοί ξένοι, κυρίως Ιταλοί, έχουν επιλέξει τη Λέρο ως καλοκαιρινό τόπο διαμονής. Την αποχαιρέτησα κι εκείνη μου ευχήθηκε «καλό δρόμο».
Το τελευταίο απόγευμα ανέβηκα στο Μεροβίγλι, όπου οι Άγγλοι είχαν εγκαταστήσει το στρατηγείο τους το 1943. Με τη βοήθεια ενός ντόπιου εντόπισα τη σήραγγα όπου είχε τη βάση του ο ταξίαρχος Τίλνι. Έχει μήκος περίπου 100 μέτρα, διαπερνά την κορυφή από την πλευρά της Αγίας Μαρίνας προς το Λακκί και στο εσωτερικό του έχουν σκαφτεί μικροί θάλαμοι για τον εξοπλισμό του αρχηγείου. Εδώ, το απόγευμα της 16ης Νοεμβρίου 1943, ο Βρετανός διοικητής περικυκλώθηκε από τους Γερμανούς και παραδόθηκε.
Βγαίνοντας ξανά στην επιφάνεια, επισκέφθηκα τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις και ύστερα ακολούθησα έναν απρογραμμάτιστο ορεινό δρόμο προς την Πατέλα. Η διάσχιση αυτή αποδείχθηκε μία από τις ωραιότερες του ταξιδιού: χωράφια, αγροί, απόκρημνες δυτικές ακτές και, χαμηλά στη θάλασσα, ένα καΐκι που περνούσε ανάμεσα στις βραχονησίδες με τον χαρακτηριστικό του ήχο.
Το πλοίο αναχώρησε αργά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Ήμουν κουρασμένος, ωστόσο ανέβηκα στο κατάστρωμα για να δω τον απόπλου από το Λακκί. Όταν η πόλη χάθηκε από τα μάτια μου, κατευθύνθηκα προς την πλώρη. Προσπέρασα τα φουγάρα και βρέθηκα πάνω από τη γέφυρα, παρατηρώντας το πλοίο να σκίζει το σκοτεινό νερό. Τότε διέκρινα ξανά τα βράχια του στενού. Μέσα στη νύχτα υψώνονταν θεόρατα και απειλητικά, σαν πύλες οχυρού. Θυμήθηκα τη νύχτα της 12ης Νοεμβρίου 1943, όταν τα συμμαχικά πλοία περνούσαν από το ίδιο πέρασμα. Μόνο που τότε οι πύλες αυτές οδηγούσαν σε νερά όπου παραμόνευε ο κίνδυνος.
Ύστερα, η Λέρος χάθηκε οριστικά μέσα στη νύχτα.
Προτάσεις
info's
Οι φωτογραφίες του Γκάρο Αγαμπατιάν τραβήχτηκαν
σε αναλογικό φιλμ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
του στη Λέρο το 2007 και παρουσιάζονται από slides
που ψηφιοποιήθηκαν από τα πρωτότυπα. Δεκαεννέα
χρόνια μετά, η Λέρος έχει αναπτυχθεί χωρίς να χάσει
τον χαρακτήρα της. Σε αντίθεση με άλλους δημοφιλείς
προορισμούς του Αιγαίου, δεν γνώρισε μαζική τουριστική
εκμετάλλευση και εξακολουθεί να διατηρεί αναλλοίωτη τη
φυσιογνωμία της. Ίσως γι’ αυτό οι εικόνες αυτές μοιάζουν
σήμερα λιγότερο με αρχειακό υλικό και περισσότερο με μια
ακόμη διαδρομή πάνω στο ίδιο νησί.