Χριστούγεννα στην Αθήνα του '60

Αν ισχύει αυτό που έχει πει ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, ότι οι άνθρωποι καταγόμαστε από την παιδική μας ηλικία, τότε η παιδική χαρά αυτού του τόπου καταγωγής είναι, σίγουρα, οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Είχα την τύχη να περάσω τα πρώτα Χριστούγεννα της ζωής μου στην Αθήνα της δεκαετίας του 1960. Σε μια πρωτεύουσα ενός κράτους με έντονες ακόμα τι τραυματικές μνήμες ενός παγκοσμίου κι ενός εμφυλίου πολέμου, σε μια πόλη όπου η αστική τάξη πάσχιζε να επουλώσει τις πληγές της με ό,τι της είχε λείψει τις δυο περασμένες δεκαετίες: φώτα, μουσική, χορό, διασκεδάσεις, άφθονο φαγητό. Φυσικά, αυτά δεν ήταν παρά μια επίφαση ευημερίας, αφού η φτώχεια δεν είχε αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Εντούτοις, η Αθήνα – το κέντρο της πόλης συγκεκριμένα – έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Μπορεί να μην υπήρχε το τεράστιο δέντρο στην Πλατεία Συντάγματος, αμφιβόλου αισθητικής έτσι κι αλλιώς, αν θέλετε τη γνώμη μου, αλλά οι δρόμοι της ήταν κατάφωτοι με όμορφα χριστουγεννιάτικα στολίδια, οι βιτρίνες των μαγαζιών της γεμάτες αγαθά μέσα σε γιορτινό διάκοσμο, ο κόσμος πλημμύρα στους δρόμους του κέντρου για βόλτες και αγορές, μια ευφορία ολούθε.

Για εμάς τα παιδιά, τα Χριστούγεννα ήταν «η καλύτερη εποχή του χρόνου». Το σπίτι άλλαζε όψη με τα στολίδια και μυρωδιά με τα χριστουγεννιάτικα γλυκά που έψηναν μαμάδες και γιαγιάδες. Και, φυσικά, αυτό που όλα μας περιμέναμε ανυπόμονα ήταν τα δώρα. Στο σπίτι μας στολίζαμε πάντα δέντρο, ποτέ το ελληνικό καραβάκι. Αρκετές μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, οι κούτες με το δέντρο και τα στολίδια κατέβαιναν από το πατάρι και η μέρα που στηνόταν το δέντρο στο σαλόνι ήταν μια γιορτή από μόνη της. Θυμάμαι τη μάνα μου να στρώνει μπαμπάκι στα κλαδιά του ψεύτικου πράσινου έλατου, δίκην χιονιού, τις υπέροχες γυάλινες μπάλες και τα λοιπά στολίδια, σε χρώματα έντονα και λαμπερά. Ήταν τόσο λεπτεπίλεπτες που έσπαγαν – ή νόμιζες πως θα έσπαγαν – αν έστω ανάσαινες βαριά πάνω τους. Θυμάμαι τον πατέρα μου να περνάει τα φωτάκια στο δέντρο και να με σηκώνει ψηλά για να τοποθετήσω εγώ την «κορυφή», στο ψηλότερο μοναχικό κλαδί. Και μετά, μέρα με τη μέρα, έρχονταν τα δώρα μέσα σε πακέτα τυλιγμένα με χρωματιστά χαρτιά, να στοιβάζονται κάτω από το δέντρο και γύρω από τη φάτνη.

Τα δώρα τα ανοίγαμε πάντα το πρωί των Χριστουγέννων, με τις πυζάμες και το ποτήρι με το ζεστό γάλα στο χέρι. Μέσα σε δευτερόλεπτα τα χρωματιστά χαρτιά, από περιτύλιγμα, είχαν γίνει χαρτοπόλεμος και φωνούλες χαράς και έκστασης γέμιζαν τον χώρο. Το μεσημέρι όλη η οικογένεια, με παππουδογιαγιάδες, θείες, θείους και ξαδέλφια τρώγαμε μαζί και το βράδυ οι γονείς πήγαιναν σε ένα από τα κοσμικά κέντρα της πόλης. Την επομένη το πρωί, θα εύρισκα κρεμασμένα στα πόμολα της ντουλάπας μου τα κοτιγιόν που φορούσαν στο κέντρο. Τρελαινόμουν από χαρά όταν ανάμεσά τους εύρισκα και μια πριγκιπική κορώνα!

Τις επόμενες ημέρες, και μέχρι την παραμονή της πρωτοχρονιάς, σειρά είχαν τα θέατρα και οι κινηματογράφοι που τιμούσαν ιδιαίτερα τα παιδιά. Και, φυσικά, οι βόλτες στα μαγαζιά του κέντρου: το ΜΙΝΙΟΝ, αδιαμφισβήτητο βασιλιά των πολυκαταστημάτων της Αθήνας αλλά και τα – μικρότερης εμβέλειας – ΑΦΟΙ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΙ και ΔΡΑΓΩΝΑΣ. Όλα με τους δικούς τους Άη-Βασίληδες, μέσα κι έξω. Και υπήρχαν κι άλλες, πολλές γιορταστικές εικόνες στην Αθήνα του ’60: τα βουνά από κουραμπιέδες σε όλα τα ζαχαροπλαστεία της πόλης, τα δώρα που άφηναν καταστήματα και ο απλός κόσμος γύρω από τα «βαρέλια» των τροχονόμων, οι πλανόδιοι φωτογράφοι με τον συνεργάτη τους τον Άη-Βασίλη να βγαίνει φωτογραφίες με τα παιδιά, τις συντροφιές παιδιών να λένε τα κάλαντα τις παραμονές. Αυτό είναι κι ένα παιδικό μου απωθημένο καθώς ουδέποτε μου επετράπη να πω τα κάλαντα στη γειτονιά. Μόνο στο σπίτι, σε συγγενείς και φίλους, με γενναίο χαρτζηλίκι. Η επίσημη δικαιολογία των γονιών μου ήταν ότι δεν θεωρούσαν ασφαλές το να χτυπάω τα κουδούνια άγνωστων σπιτιών αν και, μεταξύ μας, νομίζω πως το θεωρούσαν λίγο «παρακατιανό» να γυρνά το κορίτσι τους στις ρούγες για να τραγουδήσει τα κάλαντα κάτι που, βέβαια, δεν παραδέχτηκαν ποτέ! Παραμονή Πρωτοχρονιάς είχαμε πάντα ρεβεγιόν στο σπίτι και μαζί του νέο κύκλο δώρων! Οι φίλοι των γονιών μου κατέφθαναν με τα παιδιά τους. Τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε και μετά την αλλαγή του χρόνου η πιτσιρικαρία πήγαινε για ύπνο (σε όλα τα κρεβάτια του σπιτιού) και οι μεγάλοι έστρωναν την πράσινη τσόχα στα τραπέζια. Τις πρωινές ώρες – και πριν φύγουν για τα σπίτια τους – ένα κονσομέ μαλάκωνε το μέσα τους από τα ποτά και τα τσιγάρα όλης της νύχτας. Αργά το μεσημέρι, και αφού οι γονείς είχαν ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου, πηγαίναμε για φαγητό στους παππούδες.

Ευγνώμων για τα μαγικά παιδικά μου Χριστούγεννα που ακόμα ζεσταίνουν την ψυχή μου, ιδίως τώρα πια που παππούδες, θείοι και γονείς είναι από χρόνια φευγάτοι, πάσχισα να δημιουργήσω εξίσου μαγικές χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις στις κόρες μου. Κι εύχομαι ολόψυχα τέτοιες μνήμες να ανακαλεί κάποτε και η εγγόνα μου.

 

ΦΩΤΟ: Αθήνα, Χριστούγεννα 1960, Κώστας Μπαλάφας, Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

 

 

 

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares