Αντί Επάθλου 102

  • Θάλεια Νουάρου
  • Θάλεια Νουάρου

Η Αθήνα τον Αύγουστο γίνεται νησί. Βράχος ριζωμένος σε θαλασσένια αλμύρα. Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Αργοσαρωνικός. Βράχοι δικοί μου –κάβοι, Παναγιές–, φωτάκια ιστιοπλοϊκού στου φεγγαριού το φρύδι. Να ξυπνάμε πρωί. Να περπατάμε στις ξερολιθιές που σμίλεψαν χέρια βαριά και άνεμοι κυνηγημένοι. Τα βράδια να χαζεύουμε τον έναστρο ουρανό, μακριά από της πόλης τα φώτα. Να μιλάμε σιγά, μη λαβώσουμε το ελάχιστο κύμα. Να κοιμόμαστε πρωί. Να γελάμε μεθυσμένοι σε κάποιο καλντερίμι. Να ’ναι το ξημέρωμα γιορτή, να κάνουμε έρωτα, να μου μιλάς με σιωπή, με φωτιές, με τραγούδια. 

Σ’ αυτή τη συνθήκη την έκπτωτη, τη σκλαβωμένη Για την πίκρα που ’ρθε κι εγκαταστάθηκε σαν από πάντα που γιατρεύεται μ’ αλμύρα, φίλους, τσίπουρο κι ορίζοντα ανοιχτό ν’ ανασαίνεις Για τον πλούτο της αυτάρκειας που λησμονήσαμε και το ’φερε ο καιρός να κοιταχτούμε κατάματα χωρίς ψευδαισθήσεις Για τα ναι και τα όχι μας που αφήσαμε ορφανά κι ακόμα ταξιδεύουν Για το σώμα αυτό που κυβερνάς, το σώμα εκείνο που θωπεύεις, που δε θα γίνουν τουρίστριες ποτέ γιατί έχουν ρίζα στις ψηλές κορφές, τη θάλασσα για προσκεφάλι… Θα με βρεις στην πλώρη, δεξιά με το ίδιο πάντα όνειρο Να συνομιλώ με το φως, το δάκρυ, το φιλί, τη δικαιοσύνη της θάλασσας –της ατίθασης, της πολύμορφης, της ζωοδότρας– της μήτρας των καιρών και των λαών που προσδοκούν στις ρημαγμένες πατρίδες τους μια θέση στον ήλιο.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares