
Ασκήσεις Αυγούστου
Αντί Επάθλου 145
Θυμάμαι τα καλοκαίρια τα παλιά. Με τα γόνατά μας ματωμένα στις αλάνες, τα ποδήλατα, τις ταράτσες και τις μανάδες μας να μας φωνάζουν αργά το βράδυ στις γειτονιές. Τις εκδρομές στο νησί, με τα ταψιά – κεφτέδες, παπουτσάκια και πατσίτσιο. Πικ νικ έξω από μοναστήρια κι εκκλησιές, πανηγύρια των μεγάλων κι εμείς σε δυο καρέκλες ενωμένες, να κοιμόμαστε εξουθενωμένα από το παιχνίδι, την αίσθηση ότι δεν τελειώνει ποτέ. Έναν ολόκληρο μήνα κρατούσαν τότε οι διακοπές μας.
Ύστερα, νησί το νησί με μια μηχανή και τα μπαγάζια μας στη σχάρα. Μια πετσέτα. Μια παρέα. Μια εδώ και μια εκεί. Πότε σε δωμάτιο, πότε σε παραλία, πότε σε σπίτια φίλων. Φίλους κάναμε παντού — κι όταν τα τσιμπούσια κρατούσαν ως αργά, άνοιγαν τα δωμάτια, άνοιγαν οι αγκαλιές, φιλοξενία το λέγαν κάποτε κι ήταν το αυτονόητο.
Ύστερα τα σπίτια έγιναν Airbnb, οι διακοπές ρεζερβέ: ρεζερβέ τραπέζι τον Αύγουστο στο νησί, ρεζερβέ και η ξαπλώστρα, πρώτο τραπέζι πίστα θάλασσα, με φρέντο καπουτσίνο – κλαμπ σάντουιτς – κοτομπουκιές για τα παιδιά. Φαστ φουντ διακοπές σε πακέτο. Και ξενοδοχείο οπωσδήποτε με πισίνα – «όχι για μας, για τα παιδιά» — πάντα για τα παιδιά. Να μη βαρεθούν. Να μη λερωθούν. Να μη νιώσουν ξεβολεμένα. Ύστερα, «πανάκριβα τα εισιτήρια, ίσως να μην πάμε πουθενά…». Οι κουβέντες επαναλαμβάνονται: «Μια βδομάδα μόνο άδεια, δεν βγαίνει παραπάνω». «Δεν μπορώ χωρίς ξαπλώστρα». «Η μικρή δεν μπορεί τις άμμους». «Στο πατρικό; α-πα-πα, θέλω καθαρίστρια – να μην κάνω τίποτα». Και κάπως έτσι, τέσσερα μερόνυχτα κοστίζουν όσο περνούσες κάποτε, δυο μήνες.
«Έλα να σε πάρω μαζί μου στο ποτάμι, θα μείνουμε στο δάσος, στη σκηνή!» λέω στην ανιψιά μου. «Δείξε μου φωτογραφία». «Και πώς θα χωρέσουμε Θάλεια μέσα κει;» «Έχουμε όλο το υπόλοιπο δάσος. Θα πάμε και στον καταρράκτη – έχεις δει ποτέ σου καταρράκτη;». Γουρλώνει τα μάτια. Δεν έχει δει. Και δεν ψήνεται. Δεν παρέχει αρκετές ανέσεις κι αυτή η φύση.
Αύγουστος με καρπούζι στη θάλασσα, να είναι δροσερό. Με μεσημεριανή σιέστα, ελληνικό καφεδάκι στην αυλή, επάνω στο πεζούλι με τ’ αρώματα του βασιλικού. Βάλε μέσα ένα κλαράκι, του πάει. Αύγουστος με μια σκιά κι ένα βιβλίο, και το βράδυ καφενείο με όργανα ως το πρωί. Πάνε αυτά που ήξερες. Τώρα έχουμε ωράριο, πανηγύρια με catering και κακοπληρωμένους εργαζόμενους. «Να φύγετε, να πάτε αλλού», που ήρθατε όλοι μαζί να διασκεδάσετε. Κράτα το σόου, μαϊμού. Κράτα το ντέφι. «Είχατε και στο χωριό σας φρέντο εσπρέσο με ζάχαρη καρύδας και γάλα βρώμης;» Ξεβλαχέψαμε. Επιτέλους γίναμε Ευρώπη. Οι διακοπές έγιναν επιχειρησιακό σχέδιο άνευ ρίσκου. Η φύση, άβολη. Η σκηνή, γραφική. Η βαρεμάρα, απόλαυση πολυτέλειας. Οι άνθρωποι; εργαζόμενοι ή τουρίστες. Ούτε γλέντια, ούτε κοινότητα – που ήταν κάποτε το ελληνικό καλοκαίρι.
Κι ενώ η Ευρώπη — η κανονική — γυρνάει τα βουνά μας με τροχόσπιτα. Φέρνει παιδιά που μαθαίνουν να κοιμούνται στη φύση. Εμείς καθρεφτίζουμε τον ήλιο σε πισίνες χωρίς άκρη – όπως κι η ματαιοδοξία μας. Ο κόσμος, βλέπεις, προχωράει – λέμε τώρα. Ποια είμαι εγώ που θα του στερήσω τη χαρά της προόδου; Άλλωστε, εγώ ανάγκη δεν έχω. Ξέρω πού θα βρω την ερημική παραλία. Το μέρος δίπλα στην Αθήνα που μοιάζει με τη Σαμοθράκη. Ξαπλώστρα έχω δική μου – και μία ακόμη, γιατί χωρίς παρέα δεν γίνεται.
…Αλλά πού είναι οι άλλοι; Πού είναι τα γλέντια, οι παρέες, τα παιδιά που αποποιήθηκαν το φυσικό τους περιβάλλον; Γιατί οι γονείς έπαθαν Κωστόπουλο 20 χρόνια μετά — όταν ούτε Κωστόπουλος υπάρχει, ούτε δραχμή ούτε σεντ για τα απαραίτητα; Έλα να παίξουμε το «βρες το λάθος» και μετά να χαθούμε μ’ εκείνο το καράβι της ουτοπίας. Σου υπόσχομαι πως θα σε πάω μακριά. Έξω από τα δεδομένα σου. Σε μέρη που ούτε φανταζόσουν πως υπάρχουν.
Και ποιος θα ‘ρθει μαζί σου; Όλοι έχουν δουλειά, πρόγραμμα, σεζόν, κρατήσεις. Μια “lifestyle κανονικότητα” που σου υπόσχεται ευκολία και σου στερεί παρέα.
Γιατί με τα σημερινά δεδομένα η μοναξιά δεν είναι επιλογή. Είναι αποτέλεσμα. Apps αντί για φωνές. Φίλτρα αντί για βλέμματα. Wi-Fi αντί για πρόσωπα. Κανείς δεν φταίει. Κι όλοι μαζί φταίμε.
Ουτοπία σήμερα δεν είναι το καρπούζι στη θάλασσα μα η πιθανότητα να αντέξουμε. Παρέα. Η βλακεία που γίνεται αστείο και το αστείο που γίνεται ανάμνηση. Η γκαντεμιά. Η ανατροπή. Τα απρόοπτα του κόσμου που είναι αλλιώς όταν μοιράζονται. Το μέρος ελάχιστα έχει σημασία. Μα σε λίγο δεν θα υπάρχει. Ούτε το μέρος. Ούτε αυτός που θα γελάς μαζί του — χωρίς σήμα. Αν τον βρεις, κράτα τον· μη φύγει κι αυτός όπως τα καλοκαίρια μας. Και πού θα βρει ο δύσμοιρος να πάει;