
«Πέτρινα Χωριά»
Η σιωπή που σου μιλά
Αυτά τα χωριά δεν είναι απλώς σημεία στον χάρτη – είναι τόποι μνήμης, δουλεμένοι με πέτρα και ιδρώτα. Είναι οι γενέτειρες ανθρώπων της ερήμωσης.
Στη ρίζα της πέτρας: Η Μόλιστα
Πρώτη στάση, η Μόλιστα – μοιάζει να κοιτά κατάματα τον Σμόλικα. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 840μ., σε πυκνοδασωμένη πλαγιά του όρους Κλέφτης. Πρόκειται για το κεντρικό χωριό, στο οποίο παλιότερα και έως το 1926 ανήκαν και τα διπλανά: Γαναδιό και Μοναστήρι. Λέγεται πως αρχικά και τα τρία χωριά ήταν ενωμένα σε ένα οικισμό με το όνομα Μόλιστα. Η Μόλιστα των μαστόρων, όπως την αποκαλούν ακόμη πολλοί. Είναι εκείνοι που από τον 17ο και για τρεις αιώνες, οργανωμένοι σε ομάδες 10-20 ατόμων, τα λεγόμενα «μπουλούκια», στόλιζαν τα ορεινά ηπειρώτικα χωριά με όμορφα αρχοντικά, εκκλησίες και γεφύρια και βρύσες, πριν η φήμη και η τέχνη τους ταξιδέψει και εκτός Ελλάδος, με σπίτια γερά, λιτά, όλα από πέτρα και σχιστόλιθο. Οι στέγες της γέρνουν ελαφρά, σαν να υποκλίνονται στη μαστοριά των ανθρώπων που τις ‘έδεσαν’ πέτρα-πέτρα. Στην πλατεία η εκκλησία του Άγιου Νικολάου, του 1864. Μας εντυπωσίασε το περίτεχνο τέμπλο και το ψηλό καμπαναριό με το όμορφο χαγιάτι κοντά στη γέρικη βελανίδια που δεσπόζει στη πλατεία του χωριού. Στο κέντρο, το καφενείο-παντοπωλείο, σημείο συνάντησης για όσους έμειναν και για όσους ξαναγυρνούν, σα να θέλουν να πουν ένα «παρών» στη γενέθλια γη. Και κάπως έτσι η Μόλιστα, παρά την αίσθηση εγκατάλειψης που μπορεί να σου δώσει τον χειμώνα, τον Αύγουστο σφύζει από ζωή, με γιορτές και ανταμώματα που κρατούν ζωντανό τον δεσμό με το παρελθόν.
Η πέτρα δεν είναι μόνο υλικό. Είναι η μνήμη, το δάκρυ, το μεράκι και το όνειρο.




«Άρρωστος, λύπη, φόβος; Παίρνανε την εικόνα, την πηγαίνανε μέσα κι έξω από τη Μόλιστα. Ήτανε ‘στρατιώτισσα’ η Παναγιά. Πάλευε μαζί μας».
Στο Γαναδιό: η καρδιά της φιλοξενίας
Από τη Μολίστα κατηφορίζουμε για το Γαναδιό. Σαν να μπαίνεις σε παλιό φωτογραφικό άλμπουμ: σπίτια καλοφτιαγμένα με λαξευτές γωνιές, αυλές με γεράνια, πλακόστρωτα στενά. Στο κέντρο δεσπόζει το καφενείο με τον υπεραιωνόβιο πλάτανο, σημείο συνάντησης των κατοίκων και των περαστικών. Εκεί μας υποδέχεται ο πρόεδρος του χωριού, ο Βασίλης Τζιμινάδης – φιγούρα αυθεντική, με ανοιχτό βλέμμα, γελαστός και άμεσος.
Με το που καθόμαστε, έρχεται το τσίπουρο – αγνό, δυνατό, από σταφύλι και καρδιά. Μαζί του, μια ποικιλία από χειροποίητες πίτες: χορτόπιτα, ζυμαρόπιτα, κολοκυθόπιτα. Συνταξιούχος Σεφ ο Βασίλης δεν είναι ο ιδιοκτήτης – είναι ο πρόεδρος της κοινότητας, μα στέκεται πλάι στους ανθρώπους που το κρατούν ανοιχτό, σαν να ήταν δικό του. «Το καφενείο είναι η καρδιά του χωριού. Δεν το αφήνεις να σβήσει», μας λέει. Τους βοηθά, μαγειρεύει όποτε χρειάζεται, και πρώτος στο σέρβις, αυτός θα μοιράσει τα πιάτα με τους νόστιμους μεζέδες, νοιάζεται με πράξεις, κάθε τραπέζι έχει και το δικό του χέρι. Οι ντόπιοι μας περιβάλλουν με λόγια ζεστά, με εκείνη τη φιλοξενία που δεν είναι επιτήδευση αλλά ανάγκη να δώσεις, να μοιραστείς. «Εδώ κρατάμε όσο μπορούμε», λέει ο Βασίλης. «Έχουμε μνήμες, έχουμε έργο πίσω μας και μπροστά μας».
Κι είναι αλήθεια. Ο Βασίλης Τζιμινάδης δεν είναι απλώς πρόεδρος – είναι ψυχή και σώμα του Γαναδιού. Έχει παλέψει για την ανάδειξη των ιστορικών μνημείων του χωριού, έχει ξαναζωντανέψει τις παλιές πολιτιστικές δράσεις, έχει φροντίσει να καταγραφούν μνήμες, ονόματα, χρονολογίες. Μας ξενάγησε στα καλντερίμια του χωριού και μας μίλησε για τα μεγάλα κτίρια του Παρθεναγωγείου και το Σχολαρχείο τα οποία κατασκευάστηκαν με δαπάνες του κληροδοτήματος Σπυρίδωνα Ξυνού. Στην καρδιά του Γαναδιού, εκεί που οι πέτρες μιλούν τη γλώσσα του παλιού μας άνοιξε την πόρτα του ο Χριστόδουλος Δαντσακής από τα Γιαννιτσά, κάτοικος πλέον του χωρίου, που τον μάγεψε. Μας άνοιξε τη βαριά, ξύλινη πόρτα του διώροφου αρχοντικού του, με τα σημάδια του χρόνου χαραγμένα επάνω της σαν παρασημοφορημένες ρυτίδες.
Περάσαμε το κατώφλι και μπήκαμε στην αυλή. Πέτρινη, λιτή, μα ζωντανή – με γεράνια και βασιλικούς στις γλάστρες. Πόσες γενιές σκέφτηκα είχαν καθίσει εδώ σε αυτή τη μικρή αυλή, πόσες ιστορίες, μυστικά, θρήνοι και γέλια είχαν ειπωθεί Η Μολίστα αγκαλιασμένη από τη φύση, εκεί που η πέτρα συναντά το δάσος. άραγε. Αυλή σπιτιού μα και αυλή μνήμης. Το αρχοντικό μέσα, σε αιφνιδίαζε με τη σιωπηλή του αρχοντιά. Οι οροφές ψηλές, ξυλόγλυπτες, σαν ουρανοί που τους είχε δουλέψει με υπομονή και σμίλη ο καιρός. Ροζέτες, ρόδακες, συμμετρίες και καμπύλες, όλα τους σκαλισμένα με μια προσήλωση σχεδόν μυσταγωγική. Δεν ήξερες αν να κοιτάξεις ψηλά ή να κρατήσεις τα μάτια χαμηλά, από σεβασμό.
Στους τοίχους, ζωγραφιές που δεν φώναζαν, αλλά μιλούσαν με ψίθυρο. Περίτεχνες παραστάσεις, λουλουδικά και γεωμετρικά σχέδια, χρώματα που άντεχαν ακόμα, έστω κι αν είχαν γέρνει λίγο από την κούραση των χρόνων. Στο σπίτι αυτό, δεν ήμασταν επισκέπτες. Ήμασταν προσκυνητές μιας άλλης εποχής, που χωρούσε ακόμη μέσα στο παρόν – χάρη στην καρδιά ενός ανθρώπου που μας άνοιξε την πόρτα του όχι για να δούμε, αλλά για να νιώσουμε.
Τρία μνημεία στο Γαναδιό
Αξίζει να σταθεί κανείς σε τρία σημαντικά μνημεία που δεσπόζουν στο Γαναδιό, με πρώτο την εκκλησία του Αγίου Ταξιάρχη. Ένας πετρόχτιστος ναός που χτίστηκε με πελεκητή πέτρα το 1856 από το πρωτομάστορα Χαρισιάδη. Με εξαιρετικό καμπαναριό, που αγναντεύει το χωριό από ψηλά. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό είναι δείγμα τοπικής τέχνης του 18ου αιώνα, του Γαναδιώτη ζωγράφου Νικολαιδη. Μπαίνοντας στο ναό μένεις άναυδος από την εξαιρετική τέχνη και ομορφιά του χρυσόχρωμου τέμπλου που είναι σε όλη την έκταση του σκαλιστό με περίπλοκα παραστατικά σχέδια. «Το έφεραν νύχτα από το Αργυρόκαστρο» όπως μας διηγήθηκε ο κύριος Κώστας. Η σιωπή μοιάζει να συνομιλεί με τον χρόνο – κάθε κερί που ανάβεις κουβαλά μια προσευχή γενεών, μα στις 20 Αύγουστου η εκκλησιά γεμίζει με φωνές καθώς πραγματοποιείται εδώ θρησκευτικό πανηγύρι.
Το Παρθεναγωγείο του χωριού, ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα άπτον Μιχαήλ Νάζη. Εγκαταστημένος στο εξωτερικό, με τη διαθήκη του διέθεσε την περιουσία του για την ίδρυση παρθεναγωγείου στο χωριό. Κτίσμα λιτό και επιβλητικό, με πέτρα άψογα δουλεμένη και λειτούργησε ως σχολείο θηλέων, σε εποχές που η μόρφωση των κοριτσιών δεν ήταν αυτονόητη. Σήμερα, με πρωτοβουλία του Βασίλη Τζιμινάδη και των συγχωριανών του, καταφεραν τη συντήρηση και την αναστήλωση του με χρηματοδότηση από την Περιφέρεια Ηπείρου και την λειτουργιά του ως ξενώνα μαζί με το Σχολαρχείο – Ίσως το πιο επιβλητικό κτίριο του Γαναδιού. Το 1864 ο Νικολαος Ξυνός, εγκαταστημένος στο Βουκουρέστι, κληροδότησε ένα ακίνητο που είχε εκεί, προκειμένου μεταξύ άλλων να κτιστεί σχολείο για τα φτωχά παιδιά. Η Σπυριδώνειος Σχολή που κτίστηκε με αυτά τα χρήματα και η δωρεάν φοίτηση ήταν η αιτία που πολλοί Μολιστινοί μορφώθηκαν ακόμη και επί τουρκοκρατίας. Στο Σχολαρχείο διδάχθηκαν γενιές παιδιών, με δασκάλους που είχαν σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη, στα Ιωάννινα, στη Λειψία. Ήταν κέντρο γνώσης για όλη την περιοχή και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των κατοίκων.





«Εδώ κρατάμε όσο μπορούμε», λέει ο Βασίλης. «Έχουμε μνήμες, έχουμε έργο πίσω μας και μπροστά μας».
Στο Μοναστήρι και τη Μονή Μολίστας
Αφήνοντας το Γαναδιό, ο δρόμος μας φέρνει στο μικρό και γραφικό Μοναστήρι. Η παλιά του ονομασία είναι Μποτσιφάρι και μαζί με τη Μολίστα και το Γαναδιό είναι ένα από τα τρία χαρακτηρισμένα «Πέτρινα Χωριά». Μια ανάσα έξω από τον οικισμό, η Ιερά Μονή Μολίστας – χτισμένη πιθανόν τον 17ο αιώνα, είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το καθολικό, μικρό και χαμηλό, φτιαγμένο με ντόπια πέτρα και ξύλο, ενσωματώνεται φυσικά στο τοπίο.
Καθίσαμε στο πεζούλι, δίπλα στον ναό, εκεί που η σκιά των δέντρων έπεφτε βαριά πάνω στην πέτρα, κι ο παππούς –ένας από τους λίγους που θυμούνται ακόμα τα παλιά– άναψε το τσιγάρο του με έναν αναστεναγμό. Κοίταξε προς το μοναστήρι και, χωρίς να τον ρωτήσω, άρχισε να μιλά σαν να ξετύλιγε μια ιστορία χαραγμένη μέσα του από καιρό. «Μέχρι το ’40, το μοναστήρι αυτό ήταν αλλιώς, παιδί μου», μου λέει. «Ήτανε ακμαίο, γεμάτο ζωή. Δεν ήταν μόνο για προσευχές. Ήτανε στήριγμα για τους ανθρώπους εδώ πάνω. Φτωχοί, χήροι, άρρωστοι – όλοι εδώ βρίσκανε παρηγοριά. Είχε κοινωνική προσφορά, που λέμε. Δεν ήτανε μονάχα ένας τόπος πίστης. Ήτανε καταφύγιο». Μα όλα αλλάζουν. «Από τις αρχές του 20ού αιώνα, άρχισε η παρακμή. Σιγά σιγά. Άλλοι καιροί, άλλες ανάγκες. Κι ήρθε και το ’76... Εκεί πονάει η ψυχή μου. Γενάρης ήτανε. Νύχτα. Μπήκανε ληστές. Παραβιάσανε την πόρτα –την παλιά, τη βαριά– και κλέψανε την εικόνα της Παναγίας. Τη ‘Στρατιώτισσα’… Έτσι τη λέγαμε. Γιατί δεν καθότανε στο τέμπλο σαν τις άλλες. Όχι, αυτή την παίρνανε οι χωριανοί στα σπίτια τους. Όποτε είχαν ανάγκη. Άρρωστος, λύπη, φόβος; Παίρνανε την εικόνα, την πηγαίνανε μέσα κι έξω από τη Μόλιστα. Ήτανε ‘στρατιώτισσα’ η Παναγιά. Πάλευε μαζί μας».
Σηκώθηκε αργά και μου έδειξε την εκκλησία. «Ακόμα και τώρα, αν μπεις μέσα, θα δεις. Είναι μονόκλιτη βασιλική. Έχει δύο πόρτες κι έναν γυναικωνίτη πάνω. Στον κυρίως ναό, στέκουν δύο πέτρινα μανουάλια. Του 1831 είναι – πέτρα πάνω στην πέτρα. Το τέμπλο ξυλόγλυπτο, δουλεμένο με υπομονή, και γύρω γύρω εικόνες».
Κάθε 21 Νοέμβρη, γιορτάζει το μοναστήρι. Της Παναγίας τα Εισόδια. Γίνεται λειτουργία πανηγυρική. Έρχονται άνθρωποι απ’ τα γύρω, ανάβουν κερί, δακρύζουν. Όχι μόνο για την πίστη – για τη μνήμη. Λιτό και επιβλητικό, το Παρθεναγωγείο του Γαναδιού, ένα σχολείο σύμβολο – σε εποχές που τίποτα δεν ήταν αυτονόητο. Στην Ιερά Μονή Μολίστας, εκεί που η πίστη γίνεται παρηγοριά και το φως μνήμη.
Επιστροφή με γεμάτη καρδιά
Καθώς δύει ο ήλιος πίσω από τις πλαγιές του Σμόλικα, ο τόπος λούζεται σε ένα χρυσαφένιο φως. Τα χωριά μοιάζουν να κοιμούνται, αλλά είναι μια σιωπή γεμάτη νόημα. Φεύγοντας από το καφενείο του Γαναδιού, οι ντόπιοι μας χαιρετούν εγκάρδια. Ο Βασίλης, με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, μας λέει: «Να ξανάρθετε. Δεν είναι όλα πέτρες εδώ. Έχει και ψυχή ο τόπος». Ναι, αυτός ο τόπος έχει την ψυχή και τη θέληση να επιβίωση γιατί έχει ανθρώπους που τον αγαπούν και τον νοιάζονται. Και πράγματι, στα τρία αυτά χωριά – Μόλιστα, Γαναδιό, Μοναστήρι – η πέτρα δεν είναι μόνο ένα υλικό. Είναι η μνήμη, το δάκρυ, το μεράκι και το όνειρο. Είναι το θεμέλιο για ένα μέλλον που πατά γερά στο παρελθόν.


