Κλίφκη
Στη χαράδρα του Άραχθου
Η Κλίφκη δεν είναι ένας μεμονωμένος καταρράκτης, αλλά ένα ολόκληρο υδάτινο τοπίο. Τα νερά αναβλύζουν από τα πετρώματα, σχηματίζουν διαδοχικούς καταρράκτες και φυσικές δεξαμενές και συνεχίζουν χαμηλότερα προς τον Άραχθο. Ο μεγαλύτερος καταρράκτης ξεπερνά τα 40 μέτρα, ενώ συνολικά στο πάρκο συναντώνται πέντε καταρράκτες.
Τα Κατσανοχώρια βρίσκονται νότια των Ιωαννίνων, στα Βόρεια Τζουμέρκα, και δεν είναι τόσο γνωστά όσο τα διάσημα γειτονικά τους Ζαγοροχώρια. Έχουν όμως κι αυτά απαράμιλλη χάρη και τα χωριουδάκια τους ανασαίνουν ανάλαφρα, δίνοντας ρυθμό στην ηπειρώτικη καρδιά με την πλούσια γεωμορφολογία τους.
Στον δρόμο προς την Κλίφκη
Στον δρόμο μας για την Κλίφκη συναντάμε το Ελληνικό. Είναι η πατρίδα του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη και το χωριό μοιάζει με μια υπαίθρια εικαστική έκθεση, με τα γλυπτά του καλλιτέχνη να κοσμούν τους δημόσιους χώρους. Στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού στεγάζεται από το 2009 το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης «Θεόδωρος Παπαγιάννης». Τα έργα του μιλούν για την Ήπειρο και τους ανθρώπους της: τον ξενιτεμένο, τον μάστορα, τον βοσκό, τον γεωργό και την Ηπειρώτισσα μάνα.
Κατηφορίζουμε και αντικρίζουμε τον κάμπο και το Καλέντζι. Στην περιοχή σώζονται λείψανα ελληνιστικού φρουρίου και άλλα κτίσματα των ελληνιστικών χρόνων. Από το Καλέντζι ξεκινά μια διαδρομή που οδηγεί στο πάρκο της Κλίφκης. Δύο είναι οι επιλογές μας: ή αφήνουμε το αυτοκίνητο στο χωριό και προχωράμε ως το μονοπάτι ή, εναλλακτικά, οδηγούμε ως την αρχή του πάρκου και ξεκινάμε από εκεί την πεζοπορία.
Το όνομα «Κλίφκη» μπορεί να έχει σλαβικές ή αλβανικές ρίζες ή να είναι όνομα-απομεινάρι των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Ωστόσο, μπορεί να είναι απλώς μια παράφραση της λέξης «κλέφτης», αφού, σύμφωνα με λαϊκές ιστορίες, οι μυλωνάδες του νερόμυλου που λειτουργούσε στην περιοχή και βρίσκεται ακόμη εκεί κρατούσαν λίγο από το αλεύρι των χωρικών που πήγαιναν στον μύλο.
Στην περιοχή σώζεται ο παλιός παραδοσιακός νερόμυλος της Κλίφκης, κατασκευασμένος από πέτρα και σχιστόπλακα, με τις μυλόπετρες και τμήματα του μηχανισμού άλεσης στο εσωτερικό του. Το νερό της πηγής κινούσε κάποτε τον μύλο, ενώ στο ίδιο σημείο λειτουργούσαν επίσης νεροτριβή και μαντάνια, όπου πλένονταν και κοπανιούνταν οι φλοκάτες και οι βελέντζες. Σήμερα ο νερόμυλος δεν λειτουργεί, παραμένει όμως μια ζωντανή μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο οι κάτοικοι αξιοποιούσαν τη δύναμη του νερού.
Για εμάς, τους ανθρώπους των πόλεων, του τσιμέντου και των πολυκατοικιών, οι καταρράκτες, τα ποτάμια, τα ψηλά δέντρα και οι τεράστιοι βράχοι που υψώνονται κατακόρυφα, ενώνοντας γη και ουρανό, υπήρχαν μόνο στις ζωγραφιές μας στο μάθημα των καλλιτεχνικών και στη φαντασία μας. Έτσι λοιπόν, το ταξίδι μας σε τούτη τη φύση έχει μια χροιά παιδική κι ονειρική.
Εδώ η ομορφιά είναι μυστηριακή και σχεδόν επιβάλλεται.
Λευκά βράχια υποδέχονται τις υδάτινες επισκέψεις κι αγκαλιάζουν το νερό, δημιουργώντας μικρές βάθρες.
Εκεί όπου γεννιέται το νερό
Η σήμανση στην αρχή της διαδρομής μάς ενημερώνει πως, για να φτάσουμε στις πηγές και στον καταρράκτη, θα περπατήσουμε περίπου 30 λεπτά. Το μέρος δεν είναι πολυσύχναστο και σας προτρέπουμε να βάλετε μια πινέζα στον ταξιδιωτικό σας χάρτη, αν θέλετε να ανακαλύψετε μαγευτικά τοπία μακριά από την πολυκοσμία και τον θόρυβο. Προμηθευτείτε τα απαραίτητα για το κολατσιό σας και αφήστε ό,τι δεν σας είναι άκρως απαραίτητο πίσω σας. Ο δρόμος μέχρι τις πηγές και το ποτάμι είναι πολύ καλός και στη διαδρομή σίγουρα θα συναντήσετε κι άλλες παρέες για συντροφιά. Αν η εκκίνηση γίνει από το Καλέντζι, η πεζοπορία είναι μεγαλύτερη. Όσοι συνεχίσουν με το αυτοκίνητο μέχρι τον χώρο στάθμευσης του πάρκου ακολουθούν στη συνέχεια μια διαδρομή περίπου ενός χιλιομέτρου. Η επιστροφή είναι ανηφορική, ενώ κοντά στις πηγές οι βρεγμένες πέτρες χρειάζονται προσοχή και κατάλληλα παπούτσια.
Σκλήθρα και ιτιές, παρέα με τα μεγαλοπρεπή πλατάνια, σχηματίζουν με τα φυλλώματά τους φυσικές στοές κι εμείς αποζητάμε τη σκιά τους, για να προφυλαχτούμε από την κάψα που έχει ακόμη η εποχή. Δροσερές οάσεις, για να ξαποστάσεις και να συνδεθείς με την πλάση γύρω σου. Παρόλο που τα τελευταία χρόνια τα πλατάνια έχουν πληγεί από έναν μύκητα που τα σκοτώνει, διάσπαρτα εδώ κι εκεί, γαντζωμένα στην άκρη ενός γκρεμού ή ανάμεσα στα κατάλευκα βότσαλα στις όχθες του ποταμού, παρατηρούμε να αναπτύσσονται νεαρά, υγιή δέντρα. Ο πολιτισμός έχει μείνει πίσω και οδηγός είναι ο ήχος του νερού, που γίνεται εντονότερος όσο κατηφορίζουμε.
Οι πηγές βρίσκονται περίπου εκατό μέτρα ψηλότερα από την επιφάνεια του Αράχθου. Το νερό ξεπηδά ορμητικά μέσα από τη γη και τους βράχους και, καθώς κατεβαίνει προς τη χαράδρα, σχηματίζει καταρράκτες, ρυάκια και βάθρες. Σε δύο κοιλότητες του βράχου βρίσκουν καταφύγιο αγριοπερίστερα, πετροχελίδονα και νυχτερίδες.
Η βουτιά στη φυσική πισίνα της μεγάλης βάθρας, που σχηματίζεται από τα νερά της πηγής και τον χειμώνα σμίγει με τα νερά του μεγάλου καταρράκτη, δεν είναι απλώς δροσιστική, αλλά σοκαριστική και συνάμα λυτρωτική έπειτα από την πεζοπορία περίπου μισής ώρας. Έχοντας την αίσθηση ότι καιγόμαστε, χωρίς δεύτερη σκέψη βουτάμε για να συνέλθουμε και να «σβήσουμε».
Καθώς συνεχίζουμε την περιπλάνηση, ένας άλλος κόσμος ξετυλίγεται στο διάβα μας: χοντρές ρίζες, άλλες βυθισμένες στο νερό κι άλλες σε σχηματισμούς λαβύρινθου πάνω στο έδαφος, κορμοί που κείτονται καταποντισμένοι, σφένδαμοι, καστανιές, λυγαριές, αλλά και ταπεινές κουτσουπιές που κατηφορίζουν στις πλαγιές της ρεματιάς αναζητώντας υγρασία και δροσιά.
Εδώ η ομορφιά είναι μυστηριακή και σχεδόν επιβάλλεται. Το φως καταφέρνει να τρυπώνει στα σκουροπράσινα φυλλώματα και, στα σημεία όπου συναντιέται με το νερό που ξεπηδά ορμητικά από τους βράχους, δημιουργεί μικρά ουράνια τόξα. Λευκά βράχια υποδέχονται τις υδάτινες επισκέψεις κι αγκαλιάζουν το νερό, δημιουργώντας μικρές βάθρες. Τόπος αυθεντικός, μακριά από βουές και φασαρία, κι ο αέρας καθαρός, γεμάτος με τις μυρωδιές της πλούσιας βλάστησης και του υγρού χώματος.
Χαμηλότερα φτάνουμε στην κοίτη του Αράχθου. Βουτάμε στο ποτάμι και είμαστε προσεκτικοί μην «μας πάρει το ποτάμι». Όλα γύρω ακολουθούν τον ρυθμό του και της αδιάκοπης κίνησής του. Ακούμε τους ήχους της φύσης χωρίς να μιλάμε. Κάποιες κραυγές από τα αετόπουλα που πετούν ψηλά μάς κάνουν να στρέψουμε το βλέμμα στον ουρανό. Η πορεία του «βασιλιά» ήλιου καθορίζει και τη δική μας πορεία. Σταματά εκείνος να καίει τόσο πολύ, παίρνουμε βαθιά ανάσα εμείς, για να ανηφορίσουμε τον δρόμο της επιστροφής.
Στη γη των Μολοσσών
Η στάση για να δροσιστούμε και να τσιμπήσουμε στο καφενείο «Μολοσσών Γη» του Νεκτάριου, στον Γοργόμυλο, κρίνεται απαραίτητη. Ο Γοργόμυλος είναι χτισμένος στα 700 μέτρα, στους πρόποδες του Ξηροβουνίου, και το δροσερό αεράκι της περιοχής, απαλλαγμένο από κάθε υγρασία, είναι βάλσαμο. Το καφενείο λειτουργεί όλο τον χρόνο και έχει εκπληκτικά φαγητά και ψητά. Τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν έρχεται ο Νεκτάριος από την Αθήνα, το μαγαζί απογειώνεται με τις μουσικές βραδιές και τα γλέντια που διοργανώνει. Η μητέρα του είναι σπουδαία μαγείρισσα και η σπεσιαλιτέ της, εκτός από τις απίστευτες χορτόπιτες και μακαρονόπιτες, είναι τα κεφτεδάκια. Φεύγοντας, μας φιλεύει καφέ για τον δρόμο και στο ποτήρι είναι τυπωμένη μια ετικέτα με τη χαρακτηριστική φράση των ντόπιων όταν συναντούν νεοφερμένους: «Τίνος είσι ’σι;».
Το ηλιοβασίλεμα θα μας βρει στην αρχαία ακρόπολη του Όρραον, να ατενίζουμε τον κάμπο της Άρτας και τον Αμβρακικό κόλπο από ψηλά. Ανάμεσα στον Γοργόμυλο Πρέβεζας και στον Αμμότοπο Άρτας, επάνω στο ύψωμα Καστρί, βρίσκεται το αρχαίο Όρραον, η οχυρωμένη πολιτεία των Μολοσσών.
Οι κραταιοί Μολοσσοί ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην Ήπειρο. Η ονομασία «μολοσσός» για τα μεγαλόσωμα σκυλιά συνδέθηκε με τους ξακουστούς σκύλους-φύλακες των κοπαδιών τους. Ανάμεσα στους γνωστότερους βασιλιάδες των Μολοσσών ήταν ο Πύρρος, που επιχείρησε να επεκτείνει την κυριαρχία του προς την Κάτω Ιταλία. Η θέση του κάστρου ήταν κομβική, καθώς όσοι κατοικούσαν στα Ιωάννινα περνούσαν από εκεί για να φτάσουν στη θάλασσα, στον Αμβρακικό κόλπο. Ήταν μια στρατηγική θέση, κοντά στην αρχαία Αμβρακία —τη σημερινή Άρτα—, με ισχυρά τείχη, διώροφες ιδιωτικές κατοικίες και μικρούς πύργους. Το Όρραον ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ., καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε, πριν εγκαταλειφθεί οριστικά μετά τη ναυμαχία του Ακτίου.
Μας κυριεύει δέος καθώς περιηγούμαστε στην αλλοτινή πολιτεία και οι ψίθυροι των αιώνων μαρτυρούν πως πριν από χιλιάδες χρόνια ζούσαν και δημιουργούσαν άνθρωποι σε αυτόν εδώ τον τόπο.
Είναι κάποιες διαδρομές που μας κάνουν να νιώθουμε ότι ζούμε σε μια ονειρική πραγματικότητα που δεν θέλουμε να τελειώσει ποτέ. Όταν όμως η ψυχή έχει γαληνέψει κι έχει εμπλουτιστεί με εικόνες και χρώματα, δεν μπορούμε να μιλάμε για τέλος διαδρομής, αλλά για ένα ταξίδι που φέρουμε εντός μας και σε κάθε μας βήμα!
Προτάσεις
info's
Από τον χώρο στάθμευσης του πάρκου η διαδρομή μέχρι τις πηγές είναι περίπου ένα χιλιόμετρο και η κατάβαση διαρκεί γύρω στα 30 λεπτά. Η επιστροφή είναι ανηφορική και περισσότερο απαιτητική. Χρειάζονται κατάλληλα αντιολισθητικά παπούτσια, νερό και προσοχή στις βρεγμένες πέτρες. Η ένταση της ροής μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή και τις βροχοπτώσεις, γι’ αυτό το μπάνιο στις βάθρες και στον Άραχθο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Μολοσσών Γη
Ιδανική στάση μετά την πεζοπορία στην Κλίφκη, η «Μολοσσών Γη» είναι ένα παραδοσιακό καφενείο– μεζεδοπωλείο στον Νέο Γοργόμυλο Πρέβεζας, στις πλαγιές του Ξηροβουνίου. Σερβίρει καφέ και ποτό και φημίζεται για τα ψητά και τους μεζέδες του. Οι πίτες και τα κεφτεδάκια είναι σπεσιαλιτέ της μητέρας του Νεκτάριου. Τους καλοκαιρινούς μήνες φιλοξενεί μουσικές βραδιές και παραδοσιακά γλέντια.
Τηλ.: 26830 81351 Facebook: www.facebook.com/MolossonGi