
Κέα
Το νησί που σου χαρίζεται αργά
Υπάρχουν τόποι που γνωρίζονται με λέξεις. Και υπάρχουν άλλοι — όπως η Κέα — που γνωρίζονται με πόδια και ιδρώτα. 94 χιλιόμετρα. Δύο μέρες. Ένας άνθρωπος με ποδήλατο και με βλέμμα ανοιχτό. Η Κορησσία, το Βουρκάρι, η Αγία Ειρήνη με τον προϊστορικό της οικισμό, το Φωτημάρι και οι πηγές της Βενιαμίν, οι βελανιδιές στη διαδρομή προς την Ιουλίδα. Η ανάσα βαριά στην Κοκκινάδα, το βλέμμα ανοιχτό στον Άγιο Μάμα. Η βόρεια πλευρά πιο απόκρημνη, πιο μοναχική. Κάθε στροφή και ένα μικρό ναι. Κάθε σκιά, ένα σημάδι ότι ανήκεις. Το μονοπάτι του Σταυρουδακίου μέχρι την Καρθαία είναι ένα δώρο: σμιλεμένο στο βράχο, ακολουθεί τη φυσική κλίση και σε οδηγεί σε κάτι που δεν φαίνεται — μέχρι που εμφανίζεται. Η Καρθαία δεν έχει είσοδο. Έχει παρουσία.
Η μνήμη στην πέτρα
Το βλέμμα κατεβαίνει στο λιμάνι. Κι από ’κει ξεκινά η δική μου πορεία — με σώμα, με τροχούς, με ερωτήσεις. Αποβιβάστηκα. Στο λιμάνι υπήρχε έντονη κινητικότητα. Στην προβλήτα ήταν δεμένο ένα φορτηγό πλοίο — ο Ναυτίλος — που ξεφόρτωνε αμμοχάλικο, κόσμος πηγαινοέρχονταν, ενώ οι μαγαζάτορες προετοιμάζονταν να υποδεχτούν τους επισκέπτες. Διέσχισα τον παραλιακό δρόμο. Στη διασταύρωση για την Ιουλίδα έστριψα αριστερά για το Βουρκάρι. Πεντακόσια μέτρα περίπου παρακάτω, ένα ξωκλήσι στην κορυφή ενός λόφου μου τράβηξε την προσοχή. Άφησα το ποδήλατό μου στην άκρη του δρόμου και κάλυψα τα λίγα μέτρα του μονοπατιού μέχρι την αυλή της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Η θέα του κόλπου και της γύρω περιοχής είναι πανοραμική — η πλέον κατάλληλη τοποθεσία για μια «πρώτη γνωριμία» με το νησί.
Η αρχιτεκτονική της Κέας δεν ακολουθεί το κυκλαδίτικο λευκό, αλλά την πέτρα του νησιού. Οι πλαγιές της δεν έχουν το φως της Μυκόνου — έχουν τη σκιά της μνήμης. Κι αυτή η μνήμη είναι βαθιά: Καρθαία, Ποίσσα, Κορησσία, Ιουλίς. Τέσσερις πόλεις-κράτη στην αρχαιότητα. Τέσσερα σημεία σε έναν χάρτη που ακόμα χτυπά.
Η Κέα κάποτε ονομαζόταν Υδρούσα. Και λένε πως εδώ ζούσαν οι Νύμφες, ώσπου ένας δράκοντας ή μια καταστροφή τις έδιωξε. Ήρθε τότε ο ήλιος, ήρθε και η ξηρασία. Ο Σείριος έκαιγε το νησί ώσπου ο Αρισταίος, γιος του Απόλλωνα, έφερε την εξευμένιση — και μαζί του τα ετήσια μελτέμια.
Ιουλίδα
Ανεβαίνοντας από το λιμάνι της Κορησσίας, το βλέμμα συναντά μια στρογγυλή καμπύλη πέτρας, κεραμιδιών και σιωπής. Είναι η Ιουλίδα. Σκαρφαλωμένη, σφιχτή, προφυλαγμένη απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα. Δεν βλέπει τη θάλασσα — βλέπει μέσα της.
Αν έχεις συνδέσει τις Κυκλάδες με λευκά σπίτια, ευθείες και θέα θάλασσα, η Ιουλίδα θα σε ξαφνιάσει. Πρωτεύουσα του νησιού, αλλά όχι παραθαλάσσια, κρύβεται μέσα σε μια πτυχή του λόφου, σαν κάτι που δεν θέλει να φανεί με την πρώτη, σαν να κρατάει κάτι δικό της. Μια πόλη με ρίζες στον 7ο αιώνα π.Χ., κατοικήσιμη, όχι σκηνογραφία. Μ’ ένα δημαρχείο από το 1902, με πλατεία που ακούγεται ακόμα, με καμπάνες που χτυπούν και τζιτζίκια που δεν σταματούν, φούρνους, παιδιά που παίζουν στις πλατείες και γάτες που κρύβονται κάτω από μαρμάρινες γούρνες. Με στέκια και κρασί που ταιριάζει στις σκιές των σπιτιών. Ήταν μία από τις τέσσερις μεγάλες της αρχαιότητας· εδώ ζούσαν ποιητές, ρήτορες, φιλόσοφοι — όπως ο Σιμωνίδης και ο Βακχυλίδης. Θα την περπατήσεις μέσα από σοκάκια, σκαλιά, γωνιές που μυρίζουν ασβέστη. Όχι για να φτάσεις, αλλά για να χαθείς.
Ξεκίνησα να ανηφορίζω. Σε ένα τέταρτο έφτασα στη βρύση του «Βενιαμίν», με τον μεγάλο αυλόγυρο και έναν θεόρατο πλάτανο στο κέντρο. Μια γυναίκα και ένας παπάς κάθονταν στο πεζούλι, ενώ κάποιος άλλος γέμιζε κάμποσα μπιτόνια με νερό. Από τη βρύση του «Βενιαμίν» η Ιουλίδα φαίνεται καθαρά. Το μονοπάτι συνεχίζεται, λιθόστρωτο πια, με ψηλές ξερολιθιές -«όχτες» τις ονομάζουν οι ντόπιοι- στα πλαϊνά του. Σε κάποιο σημείο που το μονοπάτι στενεύει, μια «όχτα» ορθώνεται δυο μέτρα ψηλά. Το τελείωμά της είναι κατασκευασμένο με όρθιες σχιστολιθικές πλάκες!
Στο πιο ψηλό σημείο, με περίμενε νωχελικά ο Λέων της Κέας, ο «Λιόντας» για τους ντόπιους. Σιωπηλός, ανθεκτικός, χαμογελαστός. Δεν σε εντυπωσιάζει— σε αναγνωρίζει. Είναι του 6ου αιώνα π.Χ., σκαλισμένος πάνω σε μονοκόμματο βράχο και έχει έξι μέτρα μήκος. Πιο πολύ τον κοιτάς, παρά τον φωτογραφίζεις. Σύμφωνα με έναν μύθο, όταν οι νύμφες της περιοχής άρχισαν να σκοτώνουν τις γυναίκες, οι κάτοικοι θέλησαν να εγκαταλείψουν τον οικισμό. Τότε ένας ιερέας του Δία παρακάλεσε τον θεό να τους σώσει — και εκείνος έστειλε ένα λιοντάρι που τις έδιωξε. Έτσι, οι κάτοικοι σκάλισαν το λιοντάρι στο βράχο, για να το βλέπουν οι νεράιδες και να φοβούνται.
Μετά τον «Λιόντα», το όμορφο καλντερίμι φτάνει στην ανατολική «είσοδο» της Ιουλίδας, διατρέχει τη συνοικία της Μεσάδας και καταλήγει στο Κάστρο, στο κέντρο της Χώρας. Εκεί συγκλίνουν και οι υπόλοιπες στράτες που έρχονται από τις γύρω εξοχές — και στην κορυφή, δίπλα στα ερείπια του κάστρου, λειτουργεί ακόμα το δημοτικό σχολείο. Το πιο ψηλό σχολείο του νησιού. Κάθε πρωί τα παιδιά ανεβαίνουν ως εκεί — κι ίσως γι’ αυτό η Ιουλίδα έχει πάντα φωνές, και φως.
Η Κέα δεν είναι νησί του θεάματος. Είναι νησί του βιώματος. Κι αν πας με τον ρυθμό της, θα την ακούσεις να σου μιλά.




Το νησί είναι γεμάτο παλιά, καλοσυντηρημένα μονοπάτια - όχι τουριστικά, κανονικά - και σήμερα είναι ο πιο αυθεντικός τρόπος να την γνωρίσεις εκ των έσω.
Διαδρομές με Σώμα
Η Κέα δεν είναι νησί του θεάματος. Είναι νησί του βιώματος. Κι αν πας με τον ρυθμό της, θα την ακούσεις να σου μιλά. Το νησί είναι γεμάτο παλιά, καλοσυντηρημένα μονοπάτια — όχι τουριστικά, κανονικά. Αυτά που πατούσαν οι αγρότες, οι έμποροι, οι προσκυνητές. Οι φωνές τους είναι ακόμη εκεί, χαραγμένα με πέτρα, ξανακερδισμένα από βελανιδιές, θάμνους και φως. Κάποτε ήταν οι βασικές της οδοί επικοινωνίας. Σήμερα, είναι ο πιο αυθεντικός τρόπος να την γνωρίσεις εκ των έσω.
Αν ακολουθήσεις την Παλαιά Στροφή από την Ιουλίδα προς το βορρά, θα βρεθείς στο πιο ήσυχο κομμάτι του νησιού: βελανιδιές, ξερολιθιές, πέτρα και φως. Η σηματοδότηση είναι καλή, αλλά μην μείνεις μόνο στα νούμερα. Διάλεξε διαδρομή με ένστικτο — έναν ήχο νερού, ένα κοπάδι που περνά, έναν παλιό αγρό που μυρίζει θυμάρι. Ένα στρογγυλεμένο λιθάρι κάτω από ένα δέντρο. Μια σιγανή ρεματιά που κάνει ήχο σαν ανάσα.
Στην πηγή του Βαθυποτάμου, το νερό κυλάει μέσα σε ρεματιές και θρόισμα. Σκιές, λιγότερο φως, περισσότερο ήχος. Μπορεί να συναντήσεις πηγές, ερείπια ανεμόμυλων, ή ακόμα και άγριες ορχιδέες ανάμεσα σε ξερολιθιές. Κι εκεί, ξαφνικά, να θυμηθείς πως δεν ήρθες για να δεις· ήρθες για να συνδεθείς.
Στη Μεσαριά, η Επισκοπή στέκει πάνω σε ένα υψίπεδο, λιγότερο επισκέψιμο, περισσότερο αληθινό. Είναι από τα παλαιότερα μοναστήρια του νησιού. Σώζεται το καθολικό και ένας παλιός αμυντικός πύργος. Ο βράχος εκεί σου μιλά σε τόνο χαμηλό. Δεν φωνάζει. Σε προσεγγίζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι της Κέας, πρώτα με σιωπή, μετά με χαμόγελο.
Στις κορφές η σιωπή, στους κόλπους το άνοιγμα. Η Κέα δεν επιλέγει πλευρά — σου δείχνει και τις δύο, αν σταθείς λίγο. Ο Οτζιάς απλώνεται στο φως — κι αν ανέβεις στην περιοχή Πάουρας, θα τον δεις σαν αναπνοή: θάλασσα που χαμηλώνει, σπίτια που στέκονται πίσω από αρμυρήθρες, μια στροφή του δρόμου που μοιάζει με υπόσχεση.
Στο δρόμο πίσω για Ιουλίδα, περνάς από Αγίους Θεοδώρους, Αγία Αικατερίνη, Μέσαρη — ονόματα που στέκουν σαν σταθμοί σε ένα άλλο λεξιλόγιο. Και ύστερα, εκεί: Μυλοπόταμος. Φλέα. Νερόμυλοι και απομεινάρια άλλης εποχής, το εργοστάσιο εμαγιέ του Γλεούδη — εγκαταλελειμμένο, με τα φουγάρα να εξέχουν απ’ τη ρεματιά σαν ξεχασμένες φωνές. Ιδρύθηκε το 1927, με μηχανές από την Αυστρία και βοήθεια από Τσέχους τεχνίτες. Παρήγαγε σκεύη κουζίνας, ακόμα και στρατιωτικά κράνη. Σήμερα, σώζονται τοίχοι, κεραμίδια με επιγραφές και κάτι σαν απόηχος. Κι έπειτα ξανά, μονοπάτι. Προς την Καρθαία. Προς κάτι ακόμη πιο μακρινό.
Καρθαία
Κατηφόρισα προς τον αρχαιολογικό χώρο της Καρθαίας, ακολουθώντας το παλιό λιθόστρωτο μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι του Βαθυποτάμου. Η βλάστηση, στα χρώματα του πράσινου, του κόκκινου και του κίτρινου, έδινε το στίγμα της εποχής. Πολλά χωράφια — τα περισσότερα εγκαταλελειμμένα — οι σκόρπιες «καθοικιές», ακόμα και μια «ξεχασμένη» πηγή, από τις λίγες αυτής της πλευράς του νησιού, παραπέμπουν σε εποχές που η αγροτική ζωή άκμαζε.
Ύστερα από μισή ώρα, το μονοπάτι με έβγαλε στον όρμο «Πόλες». Κοιτώντας αριστερά, πάνω στο ύψωμα, διέκρινα μέρος των αρχαίων τειχών της Καρθαίας. Ανέβηκα το διαμορφωμένο πλακόστρωτο που οδηγεί στην αρχαία ακρόπολη, με τους αναστηλωμένους κίονες και τα υπολείμματα των ναών του Απόλλωνα και της Αθηνάς.
Η Καρθαία αναπτύχθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. και κατοικούνταν ως τον 7ο μ.Χ. Στη συνέχεια ερημώθηκε, αλλά έγινε πόλος έλξης για ξένους περιηγητές. Αρχαιολογικές έρευνες ξεκίνησαν στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ την περίοδο 2000–2008 έγιναν αναστηλωτικές εργασίες. Εκεί που κάποτε ακουγόταν λόγος και μουσική, σήμερα ακούγεται μόνο το κύμα. Είναι από τα μέρη που δεν χρειάζονται πινακίδα για να καταλάβεις τη σημασία τους. Στην ησυχία της — αν έχεις προνοήσει — λίγο ψωμί, λίγο τυρί, και το βλέμμα στο πέλαγος. Δεν χρειάζεται πολλά η Κέα. Και γι’ αυτό σε συγκινεί.
Μια παραλία για σένα – ή και καμιά
Στην Καρθαία ο χρόνος μένει. Στις παραλίες, φεύγει σιγά. Και μαζί του, παίρνει ό,τι δεν ειπώθηκε. Η Κέα δεν είναι το νησί των ατελείωτων παραλιών. Έχει λίγες — και τις φυλάει καλά. Είναι το νησί της μυστικής ακτής. Εκείνης που θα σου δείξει κάποιος ντόπιος, ή θα βρεις τυχαία στρίβοντας σε έναν χωματόδρομο χωρίς ταμπέλα. Η κάθε μία έχει χαρακτήρα, το δικό της φως, τη δική της πέτρα, τον δικό της ρυθμό. Η θάλασσα εδώ δεν είναι απλώς τοπίο — είναι διάρκεια. Δεν σε φωνάζει να τη φωτογραφίσεις. Σε καλεί να βουτήξεις. Να μείνεις κι άλλο.
Στον Οτζιά, θα βρεις ταβέρνες, αρμυρήθρες και παιδικές φωνές. Στο Σπαθί, σιωπή και λίγη σκιά. Στο Γιαλισκάρι, παρέες και παγωτό. Στην Κούνδουρο, κυκλαδίτικη πέτρα και οργανωμένες ξαπλώστρες που δεν είναι του γούστου μου — όμως από εκεί, ένας χωματόδρομος με οδήγησε ψηλά, στον αγροτικό οικισμό του Χαβουνά. Από τα μέρη που δεν θα σταματούσες αν δεν στα έδειχνε κάποιος: λίγα σπίτια, ξερολιθιές, και σιωπή με θέα. Μια μικρή ανάσα ύψους, ανάμεσα σε στάνες και αγριελιές.
Στη διασταύρωση για τον Οτζιά, στρίβοντας αριστερά αντί για δεξιά, θα βρεθείς στον προϊστορικό οικισμό της Αγίας Ειρήνης. Άκμασε μεταξύ 3000–1500 π.Χ., καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό και ξανακατοικήθηκε στην Κλασική και Ελληνιστική εποχή. Στην παραλία αμέσως μετά την Αγία Ειρήνη, βρίσκονται τα υπολείμματα μιας μισοβυθισμένης φορτηγίδας μεταφοράς κάρβουνου, που άνηκε στην εταιρεία «Μιχαληνού». Σώζεται μόνο η καρίνα. Προχωρώντας, συνάντησα τα ερειπωμένα κτίρια της εταιρείας, η οποία προμήθευε κάρβουνο στα ατμόπλοια που κατευθύνονταν προς τα Δαρδανέλλια. Λειτούργησε από το 1895 έως το 1940.
Στο εσωτερικό ενός κτιρίου, βρήκα σωρούς σπασμένων κεραμιδιών με την ανάγλυφη επιγραφή: «…Ν ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ». Από τις εγκαταστάσεις αυτές, ο δρόμος συνεχίζει προς το στενό της Κόκας, κι από εκεί ένα μονοπάτι οδηγεί στον φάρο του Αγίου Νικολάου.
Όλα στην Κέα είναι δίπλα — κι όμως τίποτα δεν είναι επιφανειακό. Για να φτάσεις, πρέπει να επιβραδύνεις. Να δεχτείς την αργή αποκάλυψη. Και καθώς η μέρα τελείωνε, λίγο πριν νυχτώσει, βρήκα «κατάλυμα» στο απόμερο ξωκλήσι του Αγίου Μάμα, λίγο έξω από τα Χαβουνά. Η νύχτα προβλεπόταν όμορφη, με το φεγγάρι ψηλά στον ουρανό και τα πλοία της γραμμής των Κυκλάδων να διασχίζουν τη θάλασσα ολόφωτα, με το χαρακτηριστικό υπόκωφο γρύλλισμα των μηχανών τους να ακούγεται καθαρά, παρά την απόσταση. Κι έτσι, αν και κουρασμένος, κάθισα στην αυλή της εκκλησίας μέχρι αργά το βράδυ, απολαμβάνοντας την ηρεμία της φύσης.






Χωριά που δεν προσποιούνται
Η Κέα είναι νησί που σου χαρίζεται λίγο λίγο. Αν βιάζεσαι, δεν θα την προλάβεις. Τελευταία μέρα, με το ποδήλατο πήρα τον κεντρικό δρόμο για Ιουλίδα, περνώντας από Χαβουνά, Κάτω Μεριά, Αστρά. Στόχος μου: η κορυφή. Ο Προφήτης Ηλίας. Ψηλότερο σημείο του νησιού, στα 562 μέτρα υψόμετρο. Ήρεμη ανάβαση. Στενός τσιμεντόδρομος. Ξωκλήσι. Σιωπή. Ολοκλήρωση.
Πέρα από την Ιουλίδα, θα ανακαλύψεις χωριά που υπάρχουν σε άλλο χρόνο. Το Βουρκάρι, λίγο πιο πάνω, παραθαλάσσιο και κοσμικό, πιο γυαλισμένο — αλλά όχι ψεύτικο. Κρατά έναν ελαφρύ ρυθμό — όσο πρέπει για ένα βραδινό με τα φώτα να καθρεφτίζονται στη θάλασσα. Εδώ έρχονται σκάφη, ακούγονται γλώσσες, ανάβουν φώτα.
Αν τραβήξεις προς το εσωτερικό, σε περιμένουν χωριά χωρίς τίτλους: Ποταμιά, Καμπί, Καστριανός — χωριά που φανερώνουν κάτι πιο ήσυχο, πιο δασωμένο. Εδώ ακόμα ακούς τζιτζίκια, καμπάνες, κουδούνια. Κι ο Οτζιάς — μεγάλη αγκαλιά, χωριό και κόλπος μαζί, με ψιλό χαλίκι και ταβερνάκια που σερβίρουν αβίαστα, χωρίς στόμφο. Με φαγητό που δεν φωτογραφίζεται — αλλά ξαναπαραγγέλνεται. Στην ευρύτερη περιοχή του, θα δεις αγροκτήματα, μικρά εκκλησάκια, παλιούς πέτρινους φούρνους. Στην Κέα, τα χωριά δεν είναι σκηνικά. Είναι πραγματικά. Κι αν δεν τους φερθείς σαν τουρίστας, θα σου φερθούν σαν φιλοξενούμενο.
Τα δύο βλέμματα της πίστης
Στο νότιοδυτικό άκρο του νησιού, η Παναγία η Καλαμιώτισσα αγναντεύει το πέλαγος από την άκρη του κόσμου. Ένα λευκό εκκλησάκι πάνω στο βράχο, ασκητικό, λιτό, με φόντο μόνο ουρανό και θάλασσα, μοιάζει να επιτηρεί το πέρασμα των καιρών. Ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί είναι σιωπηλός, κι όταν φτάσεις, αισθάνεσαι πως δεν βρίσκεσαι απλώς στην Κέα — αλλά στην άκρη ενός βλέμματος. Το βλέμμα της Παναγίας, ή και το δικό σου, λίγο πριν γυρίσεις πίσω. Δεν έχει φωνές, δεν έχει καν σκιά — έχει μόνο αέρα και προσευχή. Είναι από τα μέρη που δεν χρειάζονται κάδρο, γιατί είναι το ίδιο το πλαίσιο. Εκεί σταματάς. Γιατί εκεί κάτι μέσα σου σωπαίνει.
Σχεδόν απέναντι, στο βορειοανατολικό άκρο, η Παναγία η Καστριανή στέκει κι αυτή σαν σημάδι — πάνω σε αρχαίο ιερό, σμιλεμένη στο βράχο, σαν ήσυχο τάμα. Εκεί δεν χρειάζεται να πεις πολλά. Αρκεί να κάτσεις στη σιωπή και να ακούσεις τον αέρα. Η Κέα σού έχει ήδη μιλήσει.
Γεύσεις ανεπιτήδευτες
Η Κέα δεν είναι μόνο να τη δεις. Είναι και να τη φας. Να τη δοκιμάσεις χωρίς βιασύνη, όπως σου δίνεται: αληθινά, λίγο λίγο. Η κουζίνα της είναι απλή, γήινη και τίμια. Το φαγητό του τόπου. Δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει. Θέλει να σε θρέψει. Χωρίς φανφάρες, με βάση την εποχή και την πρώτη ύλη. Πιάτα που γεννήθηκαν από ανάγκη — και έγιναν νοστιμιά. Ρεβίθια ψημένα στον ξυλόφουρνο, αγκινάρες με κουκιά, μανούρι ντόπιο με φρεσκοτριμμένο πιπέρι, ψάρια δίπλα στο κύμα και το παραδοσιακό λουκάνικο με πορτοκάλι και μπαχάρι που αφήνει γεύση από σπίτι.
Η Κέα δεν πλασάρεται. Σε θρέφει. Στις ταβέρνες της Ιουλίδας και του Οτζιά, στα ψαρομάγαζα στο Βουρκάρι και στην Κορησσία, στο παλιό καφενείο της Καρθαίας — οι γεύσεις είναι λιτές, ουσιαστικές. Κι αν τύχει να φας αγκινάρες α λα πολίτα με ψωμί χωριάτικο, δεν θα θες τίποτα άλλο. Ο πρώτος άνθρωπος που με τάισε ήταν Κερκυραίος — είχε παντρευτεί Τζιώτισσα. Μου είπε πως είχε φάει εκεί και ένας Beatle. Δεν τον πίστεψα. Αλλά ξαναγέμισα το ποτήρι. Κρασί τοπικό, γλυκό στην αρχή, αλλά με στόφα. Μικρές ετικέτες, λίγα μπουκάλια, δυνατός χαρακτήρας. Όπως και το νησί. Ψωμί από πέτρινο φούρνο. Κι αν είσαι τυχερός, θα βρεις γιαούρτι σε πήλινο, με μέλι και καρύδι. Δεν υπάρχει φιγούρα στη γαστρονομία της Κέας. Υπάρχει ουσία. Οι ταβέρνες της είναι οικογένειες, αυλές, κουζίνες με ανοιχτή πόρτα. Δεν θα σου πουν το μυστικό — αλλά θα στο σερβίρουν. Κι αν θελήσεις να το πάρεις μαζί σου, θα βρεις μέλι, κρασί, χόρτα, λουκούμια, αμυγδαλωτά. Όχι μαζικά. Όχι εύκολα. Όπως το νησί: λίγο λίγο, και με φροντίδα.
Να μείνεις λίγο ακόμα…
Η Κέα είναι από τα λίγα μέρη που σου μαθαίνουν την τέχνη του να μην κάνεις.
Να μην προγραμματίζεις. Να μην προχωράς βιαστικά στο επόμενο. Να περπατήσεις αργά, να κοιτάξεις τον ορίζοντα και να μη σε νοιάζει τι ώρα είναι. Να κάτσεις λίγο παραπάνω στην αυλή, με ένα ποτήρι κρασί και θέα την κατηφόρα με τις κεραμοσκεπές. Να κάτσεις λίγο παραπάνω στην πλατεία. Να κάτσεις πολύ. Να μείνεις λίγο ακόμα. Να παρατηρήσεις πώς αλλάζει το φως πάνω στην πέτρα. Να αφήσεις το φως να σου διδάξει υπομονή. Τον χρόνο να κυλήσει χωρίς να τον μετρήσεις. Και στο τέλος, όταν θα φύγεις, δεν θα θυμάσαι τι έκανες. Θα θυμάσαι πώς ένιωσες. Στο χώμα, στο μονοπάτι, στο χαμόγελο, στο φως που αλλάζει μέσα στη μέρα.
Εκεί όπου οι χάρτες τελειώνουν…
Υπάρχουν πράγματα στην Κέα που δεν καταγράφονται στους χάρτες, ούτε αναφέρονται στους οδηγούς. Είναι οι σιωπές — και οι ιστορίες που τις γέννησαν. Η Κέα είναι ένα νησί βαθιά συνδεδεμένο με τον θάνατο. Όχι με φόβο — με σεβασμό. Στην αρχαιότητα, ήταν γνωστή για ένα μοναδικό τελετουργικό: όταν οι ηλικιωμένοι ένιωθαν πως πλησιάζει το τέλος, επέλεγαν να τον συναντήσουν με δικό τους ρυθμό. Έμπαιναν σε μια σπηλιά, ξάπλωναν, έπιναν κώνειο κι άφηναν τη ζωή σιωπηλά, ήρεμα — όπως ήρεμα κυλά το φως στον βράχο. Μια πράξη τελικής αξιοπρέπειας, γνωστή ως «Κείον Νόμιμον», μια επιλογή για το πώς φεύγεις — και γιατί.
Λένε πως κάποτε ένας νέος έσωσε τον πατέρα του από αυτό, και τότε η πόλη αναγνώρισε την αξία της γεροντικής σοφίας. Όμως, αυτός ο σεβασμός προς τον χρόνο και τον κύκλο του υπάρχει ακόμη στην Κέα. Στο βλέμμα των ανθρώπων, στον ρυθμό των χωριών, στον τρόπο που ο ήλιος διαρκεί λίγο περισσότερο το απόγευμα. Όλα φαίνεται να λένε: δεν είμαστε εδώ για να φεύγουμε γρήγορα. Ίσως γι’ αυτό η Κέα σου χαρίζεται αργά. Για να μη χρειαστεί να την αποχωριστείς εύκολα.




