Αντί Επάθλου 115

  • Θάλεια Νουάρου
  • Μάρω Κουρή

Πώς φτάσαμε πάλι ως εδώ; Ο χρόνος κυλά γρήγορα σαν το νερό στ’ αυλάκι... Οι μέρες βαραίνουν κι εσύ ταξιδεύεις. Γυρεύεις να ξεφύγεις από την οχλοβοή του πλήθους. Τις μεγάλες αρένες όπου η μάχη δίνεται σε όρους μάρκετινγκ, με μόνη αξία την τηλεθέαση και τις πωλήσεις. Αξία έχει ό,τι πουλάει ˙ από την τηλεόραση ως την κοινωνία, την πολιτική και τα εθνικά μας ζητήματα. Καμία ηθική, παρά μόνο φασαριόζικες διασκεδάσεις προς εφήμερη κατανάλωση. Όσο περισσότερο θόρυβο κάνεις τόσο το καλύτερο. Τι κι αν άκριτα αναπαράγεις τον τρόμο, τη βία, την κακογουστιά ή τη βλακεία… Ντόρος να γίνεται. Άρτος και θεάματα στον βωμό του χρήματος. Κοιτώ το κορίτσι μες στο εγκαταλειμμένο τρένο. Αγναντεύει απ’ το παράθυρο, έξω, μακριά. Ζητά να αναπνεύσει μες στο φθαρμένο ρούχο που της φορέσαμε. Μου ψιθυρίζει πως είναι ανάγκη να υπάρξει συνέχεια – που έτσι κι αλλιώς θα υπάρξει. Το κορίτσι είναι μονόδρομος, η δική μου συνέχεια. Κάπου διάβασα πως αν δεν πιστεύεις πως ο κόσμος θα αλλάξει, τότε σίγουρα δεν θα είσαι εσύ αυτός που θα τον αλλάξει. Σκέφτομαι πόσα πράγματα συμβαίνουν γύρω μας αθόρυβα και ταπεινά, μακριά από τα φώτα τις δημοσιότητας. Άνθρωποι σεμνοί, αυθεντικοί κρατούν τις Θερμοπύλες, την αξιοπρέπεια που μας απέμεινε. Υπάρχουν παντού κι ας μην τους διαφημίζει κανείς. Μπορεί να μην «πουλάνε», ανάγουν όμως σε τέχνη τη ζωή και τον ρόλο που επέλεξαν σε αυτήν. Η ζωή είναι τέχνη αν το καλοσκεφτείς– μια αδιάκοπη υπέρβαση. Να αντιστέκεσαι στο ρεύμα, να επιμένεις, να φέρνεις νερό να ποτίζονται οι ξέρες, να ξεπερνάς τον εαυτό σου, να συνεχίζεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις, να γίνεσαι η λιακάδα μέσα στον χειμώνα. Χωρίς πυροτεχνήματα και τυμπανοκρουσίες αλλά με αγάπη και επιμονή. Η αγάπη άλλωστε δεν ζητά ηχηρές δηλώσεις και χειροκροτήματα, παρά μόνο πράξεις απλές και ξεκάθαρες. Θυμάμαι σαν τώρα τα λόγια του αρχιαναστενάρη Ρέκλου, πως όποιος κρατά το πόστο του και κάνει σωστά τη δουλειά του, έχει την υγειά του. Όποιου όμως ο νους τρέχει «ασαΐτιστα», φορτώνεται και υποφέρει… Παύση˙ η σιωπή είναι χώρος, απόσταση κι ανακωχή. Υπογραμμίζει το βάθος και την εσωτερικότητα που τόσο έχουμε ανάγκη. Σαν τη ρίζα του δέντρου – όσο βαθύτερα στη σιωπή της γης, τόσο ψηλότερα στον ήλιο τα κλαδιά του, ν’ αντέχουν στην κακοκαιριά, να ανθίζουν και να καρποφορούν. Γιατί η φύση ξέρει, κι ας το ξεχνάμε, πως είμαστε πλασμένοι από το ίδιο υλικό. – Μα ποιος νοιάζεται γι’ αυτά τα πράγματα; – Νοιαζόμαστε εμείς. Παντού, βλέπεις, έτοιμος να προσπεράσει ο κόσμος. Κουρασμένος από αυτήν τη βίαιη υπερπληροφόρηση, τον σαματά, την ταχύτητα και την ευκολία της εικόνας, έπαψε να ακούει, να βλέπει, να παρατηρεί και να αισθάνεται. Πως σε κάθε του ανάσα εμπεριέχεται η ολότητα της ύπαρξης. Στη σιωπή είναι λοιπόν αφιερωμένο το πρώτο αυτό τεύχος της χρονιάς. Θα τη βρεις στα χωριά του Ασπροποτάμου, στη γαλήνη της Κερκίνης και στα έγκατα του Ρούπελ, στο βουβό κλάμα των αναστενάρηδων και στην αντοχή των μαραθωνοδρόμων, στον ασάλευτο Ακροκόρινθο και την ερημωμένη Διωλκό, στους ποιητές και το τελευταίο σημείωμα του Καρυωτάκη. Όλα μες στη σιωπή τους έχουν να σου πουν πολλά, αρκεί μια στιγμή να σταθείς και να νιώσεις. Ο χειμώνας άλλωστε την επιβάλει τη σιωπή. Νυχτώνει νωρίς, αλλά είναι η ώρα που πρέπει ˙ για να στραφούμε μέσα μας, να μαζέψουμε το ξόδεμα του νου, να πετάξουμε ό,τι δεν μας χρειάζεται. Κι η άνοιξη θα ’ρθει στην ώρα της.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares