Βάθεια

Πέτρα βουβή στο βορινό…

Ενός λεπτού σιγή, ασάλευτη δίπλα στο σιγασμένο για χρόνια κανόνι. Μπροστά μας τόσο νερό – ταξιδεύει τη ματιά μέχρι το χέρι του Θεού. Ούτε απόψε θα διστάσει σύγκρουση φοβερή σε αχανή ορίζοντα, καθώς θα ρίχνει ρόδι πορφυρό, σκορπίζοντας χιλιάδες ρουμπίνια σε γη και ουρανό. Ένας υπόκωφος κανονιοβολισμός μόνο για μένα θα ’ναι η ευγνωμοσύνη του για την παραμονή και τη συνενοχή μου σε αυτόν τον μικρό καθημερινό θάνατο. Έτοιμη να το εγκαταλείψω άλαλο στη μοναξιά του, στρέφω το κεφάλι δεξιά ξέροντας πως για ώρα στέκει εκεί, μια βουβή ομορφιά. Ένας μικρός πέτρινος οικισμός έχει σκαρφαλώσει στα βράχια να υποδεχτεί το σούρουπο. Μα θα ορκιζόταν κανείς πως τούτο το στέμμα δεν μπορεί να είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, μα αποτέλεσμα φυσικής και απρόσκοπτης μορφικής ανέλιξης.

Βρισκόμαστε στη Λακωνική Μάνη, και συγκεκριμένα στη Βάθεια, 33 χιλιόμετρα νότια της Αρεόπολης. Το φως δεν έχει εξαντληθεί ακόμη και εμείς χαλαρώνουμε στο «Φαγοποτείο» του κ. Σταύρου Ανδρουτσάκου, συλλέγοντας από τον ίδιο όσες πληροφορίες μπορούμε. Ο οικισμός δεν είχε πάντοτε τη θέση του εκεί, μας λέει. Ήταν κρυμμένος βαθιά -εξού και το όνομά της, Βάθεια- σε μια ρεματιά βορειοδυτικά της περιοχής, και οι ντόπιοι συνήθιζαν να τον αποκαλούν Παλιόχωρα. Οι επελάσεις των κουρσάρων, που δεν άφηναν τίποτα όρθιο, ανάγκα - σαν τους χωρικούς να μεταφερθούν στον βράχο. Για την οχύρωση και την ασφάλειά τους, έχτισαν πύργους ψηλούς που λειτουργούσαν ως παρατηρητήρια και πέτρινα πυργόσπιστα για κατοικίες. Το ένα κοντά στο άλλο πλαισίωναν κυκλικά τον οικισμό, μη επιτρέποντας όχι εχθρός αλλά ούτε ματιά να φτάσει ως το εσωτερικό. Δεν είναι τυχαίο που η Βάθεια δεν λαβώθηκε ποτέ σε πόλεμο, που δεν έχει εμπλακεί σε οποιαδήποτε μάχη. Λέγεται πως ο πρώτος πύργος που χτίστηκε μετρούσε οκτώ ορόφους. Με το πέρασμα του χρόνου και τον φόβο της κατάρρευσης, αφαιρέθηκαν οι τέσσερις όροφοι. Μπορεί ακόμη να καταφέρνει να ορθώνει όσο ανάστημα του έχει απομείνει, όμως δεν είναι επισκέψιμος. Η Βάθεια κτίστηκε κατά τον 18ο αιώνα. Στην ακμή της έφτασε τον 19ο αιώνα, ενώ πληθυσμιακά μέχρι το 1940 απαριθμούσε 300 κατοίκους. Η οικονομία της αρχικά στηριζόταν στην κτηνοτροφία, το κυνήγι και την πειρατεία. Αργότερα οι κάτοικοί της στράφηκαν στην καλλιέργεια της ελιάς, για την οποία στήθηκαν τέσσερα ελαιοτριβεία. Γύρω στο 1980, η έξαρση του φαινομένου της αστυφι - λίας δεν την άφησε ανέπαφη. Πριν από λίγα χρόνια, με την πρωτοβουλία του κυρίου Ανδρουτσάκου, κοινοτικού προέδρου, και την παρέμβαση του ΕΟΤ, έγιναν έργα αναστήλωσης και εκμετάλλευσης του οικισμού. Πράγματι δημιουργήθηκαν παραδοσιακοί ξενώνες, εστιατόρια και καφέ, μια προσπάθεια που όμως δεν ευδοκίμησε αφού αντί για τουριστικός πόλος έλξης, μένει σήμερα ερημωμένη και φθαρμένη να μετράει ως μόνιμους κατοίκους μόνο δύο ηλικιωμένα αδέρφια. Λειτουργώντας ως ανοικτό μουσείο, παρέχει την ευκαιρία στον επισκέπτη να θαυμάσει από κοντά τις πυργογειτονιές, οι οποίες ανήκουν σε τέσσερις οικογένειες, τους Μιχαλακιάνους, τους Καλλιδωνιάνους, τους Λαγουδιάνους και τους Καραμπατιάνους. Κάποια πυργόσπιτα συντηρούνται ως εξοχικές κατοικίες, μόνο που η πληθώρα των κληρονόμων αποτελεί τροχοπέδη σε μια εκ νέου γενικότερη απόπειρα αναστήλωσης. Τα παράπονα, έκδηλα στο πρόσωπο του κυρίου Σταύρου, που λέει πως έχασαν τον χρόνο από στεριά και θάλασσα. «Την ξέχασαν τη Μάνη, ακόμη και οι δικοί της άνθρωποι πετρώσανε, ενώ για να την επισκεφτεί κάποιος, θα πρέπει να ταξιδέψει πολλές ώρες…» Ο ίδιος δίνει τη δική του μάχη για να κρατήσει ζωντανή τη Βάθεια, διατηρώντας το μοναδικό εστιατόριο-καφέ της περιοχής. Ωστόσο, τα μάτια του λάμπουν όταν με υπερηφάνεια μας λέει πως είδε φωτογραφία της Βάθειας να κοσμεί τη μία πλευρά ενός ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη. Είναι αλήθεια πως αν κανείς προσέξει την εικόνα και τη μορφή της, το πώς ξεπετάγονται οι πύργοι αλλά και το στήσιμό τους, αντικρίζει μια μικρογραφία του Μανχάταν – και αναρωτιέμαι πώς θα φαντάζει άραγε φωτισμένη, τώρα που η νύχτα πέφτει. Σωστό κόσμημα, περίτεχνη τιάρα αστραφτερή να μαγεύει τους περαστικούς ναυτικούς. Ματαίως ανυπομονώ, αφού μαθαίνω πως αυτός ο αρχιτεκτονικός θησαυρός βυθίζεται στο σκοτάδι. Ποια Νέα Υόρκη; Ποια φώτα; Στο δευτερόλεπτο, προλαβαίνω να διακρίνω το αλεξικέραυνο του μισογκρεμισμένου πύργου που παλεύει να υψωθεί λίγο παραπάνω, πριν το καταπιεί ολοκληρωτικά το σκοτάδι. Μόλις η Βάθεια πέρασε στην ανυπαρξία. Μια στάση με το αυτοκίνητο, μακριά από τα φώτα του μαγαζιού και δεν μπορώ να μην της ταιριάξω τους στίχους: «Σπασμένο καράβι σε κατάπληκτα βράχια και τ’ αστέρια μακριά, να κοιτάνε». Ναι, τα αστέρια, κοιτάζοντας τον ουρανό της, θαρρείς η Ήρα να έφτιαξε τον γαλαξία μόνο γι’ αυτήν, να την κοιτάει και να της δίνει το ελάχιστο φως που μπορεί.  

 

«Την ξέχασαν τη Μάνη, ακόμη και οι δικοί της άνθρωποι πετρώσανε…»

Τα λιγοστά δέντρα ξεγελούν το γκρίζο του τοπίου
Θαρρείς μετά τον θάνατο συνεχίζουν να χτίζουν πύργους - Νεκροταφείο Βάθειας
Σαν μικρογραφία του Μανχάταν

Οι δέσμες φωτός μέσα από τα σπασμένα τζάμια επιλεκτικά ξεκαθαρίζουν τα ξεχασμένα, σαραβαλιασμένα έπιπλα, δηλωτικά μιας περασμένης πολυτέλειας.

Η Λακωνική Μάνη διαθέτει εκτός από τη Βάθεια και άλλες φυσικές ομορφιές. Το καλοκαιράκι ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει το μπάνιο του σε δύο παραλίες, με την ονομασία Κάποι και Έξω Κάποι, αλλά να έχει και την ευκαιρία να νιώσει πως βρίσκεται στο τέλος της γης σαν πατήσει στο Ταίναρο, το νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου, ταξιδεύοντας παράλληλα πίσω στον χρόνο, αφού εκεί κάποτε δέσποζε ο ναός του Ποσειδώνα και λειτουργούσε νεκρομαντείο. Επιστρέφοντας στον προορισμό μας, είμαστε έτοιμοι να εισέλθουμε στα ενδότερα του οικισμού, που απο - τελεί εξαιρετικό δείγμα μανιάτικης αρχιτεκτονικής. Η περιήγηση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί ο κίνδυνος κατάρρευσης είναι υπαρκτός. Τρεις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες στέκουν ακόμη, ο Άγιος Νικόλαος, ο Προφήτης Ηλίας και η Υπαπαντή, καθώς και ό,τι απέμεινε από το λιοτρίβι, που πρώτο πρώτο σε καλωσορίζει. Από εξωτερικής πλευράς, έχεις την αίσθηση πως πρόκειται για πύργους με μεγάλο πλάτος. Το πάχος των τοίχων, όμως, είναι αυτό που ξεγελάει, καθώς το εσωτερικό είναι ιδιαίτερα στενό σε επιφάνεια. Πολλές μικρές σκαλίτσες οδηγούν επάνω, ενώ τα μικρά ανοίγματα σε πόρτες και παράθυρα μού κόστισαν αρκετά χτυπήματα στο κεφάλι… Οι δέσμες φωτός μέσα από τα σπασμένα τζάμια επιλεκτικά ξεκαθαρίζουν τα ξεχασμένα και σαραβαλιασμένα έπιπλα, δηλωτικά μιας περασμένης πολυτέλειας. Νιώθεις παντού τη μοναξιά, τη νεκρική σιγή, μα σαν κλείσεις τα μάτια, κουρασμένες κραυγές απελπισίας καταλήγουν στ' αυτιά, αποδεκατισμένοι ψίθυροι, εγκλωβισμένοι για πάντα στις ρωγμές της πέτρας. Όχι, είναι κρίμα οι αρχές να εθελοτυφλούν, είναι κρίμα ένα τέτοιο μέρος να καταδικάζεται σε αχρηστία, να υπομένει την αδυσώπητη φθορά του χρόνου έως τον βέβαιο θάνατό του. Η επίσκεψή μας έχει τελειώσει, μα εμείς δεν φεύγουμε. Ως φωτογράφοι δεν μπορούμε να δεχτούμε πως δεν θα απαθανατίσουμε τη νυχτερινή Βάθεια. Παρκαρισμένοι ψηλότερα από τον οικισμό, δίπλα στο ιδιαίτερο νεκροταφείο της με τους κιβωτιόσχημους τάφους, περιμένουμε να πέσει για τα καλά η σκοτεινιά. Αυτό το μέρος έχει στοιχειώσει, ούτε ένα σταθμό στο ραδιόφωνο δεν μπορείς να ακούσεις, μόνο το πέταγμα μιας μύγας που έχει παγιδευτεί στο αυτοκίνητο ταράζει κάπου κάπου την ησυχία. Στα πόδια μας η Βάθεια, κόρη όμορφη μα φτωχή κι ανήμπορη, λες και λαβώθηκε πολύ από ανεκπλήρωτο έρωτα, γονατίζει ακόμη ένα δειλινό μπροστά στη μοίρα της. Απόψε, όμως, την περιμένει μια έκπληξη. Ο ένας με την κάμερα σε απόσταση, το διάφραγμα ανοικτό για 15 λεπτά και ο άλλος ρισκάροντας μέσα στη μαυρίλα του οικισμού, είμαστε αποφασισμένοι να τη στολίσουμε. Μια μικρή επίκληση στα άστρα για λίγη λάμψη και με το φλας, ένας ένας πύργος αστραπιαία αποκαλύπτεται, γιγάντιος και φωτισμένος στα μάτια μας μέχρι να χαθεί ξανά. Μετά από δύο προσπάθειες, το αποτέλεσμα μάς αποζημιώνει. Οι μικροί μας κεραυνοί, μετουσιωμένοι σε χρυσαφένιες ράβδους, έπλεξαν την πιο όμορφη κορωνίδα της Μάνης. Στην επιστροφή για το ξενοδοχείο δεν συναντήσαμε ψυχή, εκτός από κάποια ζωάκια εδώ κι εκεί, που διέσχιζαν τον δρόμο κατηφορίζοντας όλα προς το ίδιο μέρος σαν να πρόκειται να συναντηθούν σε κρυφή γιορτή. Την έχουν ξεχάσει τη Μάνη, και όταν ο Ψαραντώνης τραγουδά «Πέτρα βουβή στο βορεινό πώς νταγιαντίζεις πε μου το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέμου...» ίσως για κείνη να μιλά, μα συνεχίζοντας υπενθυμίζει σε όλους μας πως στο πιθάρι της Πανδώρας παρέμεινε η ελπίδα... «Κι οι πέτρες δεν την έχουν την τόση αμοναξά μου γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντάμου».

Λεπτομέρεια πυργόσπιτου
Απέραντο γαλάζιο
Άνεμος-ποιητής
Το φιλί του γαλαξία

Είναι κρίμα ένα τέτοιο μέρος να καταδικάζεται σε αχρηστία, να υπομένει την αδυσώπητη φθορά του χρόνου...

info's

Μόλις 30 λεπτά βορειότερα της Βάθειας βρίσκεται η ιστορική Αρεόπολη. Άκρως ενδιαφέρουσα από ιστορικής πλευράς, με τα λιθόστρωτα καντούνια και τα 30 αρχοντικά της αποτελεί το ιδανικό μέρος για διαμονή αλλά και διασκέδαση αφού διαθέτει πολλά εστιατόρια, καφέ και μπαρ, που καλύπτουν όλες τις προτιμήσεις. Η δική μας επιλογή και πρόταση είναι ο παραδοσιακός ξενώνας «Κάστρο Μαΐνη», που βρίσκεται στο κεντρικό σημείο της περιοχής. Στις εγκαταστάσεις του λειτουργούν δύο πισίνες, μία για μεγάλους και μία για μικρούς, αλλά και υδρομασάζ. Στο εστιατόριο μπορεί κανείς να απολαύσει τοπικές γεύσεις σπιτικής κουζίνας, ενώ το ευγενικό και πρόσχαρο προσωπικό του υπόσχεται άνετη και πολυτελή διαμονή.

Θα το βρείτε στο

τεύχος 103

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares