αντί Επάθλου 127

  • Θάλεια Νουάρου
  • Αντιγόνη Σολομωνίδου

Ήµασταν ανέκαθεν κατά του συνωστισµού. Όχι επειδή είµαστε τίποτα µονόχνοτοι αλλά γιατί θεωρούµε την ησυχία αναφαίρετο δικαίωµα του καθενός, µας αρέσει η άπλα κι η ανοιχτωσιά, χρειαζόµαστε ζωτικό χώρο να αναπνεύσουµε, προκειµένου να συνδεθούµε. Επιλέγαµε να ταξιδεύουµε εκτός της περιβόητης σεζόν, τότε που όλα είναι αληθινά και ακέραια, οι άνθρωποι ξεκούραστοι και χαλαροί − στους ρυθµούς που αρµόζει στην ύπαιθρο. Τότε που η παρέα µας είναι για κείνους πολύτιµη και δεν χρειάζεται να υποκρίνονται πως είναι χαρά τους να µας εξυπηρετούν. Επιµένουµε στο γεγονός, πως δεν χρειάζεται µια περιουσία για να ταξιδέψεις υπό τις συνθήκες αυτές και πως ακόµα και δίπλα στο σπίτι σου πάντα θα υπάρχει κάτι που αγνοούσες κι η διαπίστωση αυτή θα σου δώσει χαρά. Τελευταία άλλωστε, όλο και περισσότερες οµάδες που αγαπούν τη φύση, τη δράση, την ιστορία − το αλλότριο κι όχι το αλλοτριωµένο − οργανώνονται και κανονίζουν περιπάτους, πεζοπορίες, βιωµατικές ξεναγήσεις και εκδροµές, όπου δοκιµάζουν γιόγκα και διαλογισµό, µαθαίνουν αναρ- ρίχηση, φωτογραφίζουν και ασκούνται, ενοποιώντας σώµα και νου.

Κι έρχεται ο κορονοϊός να στριµωχτεί δίπλα σε ολόκληρη την ελληνική παθογένεια και υποχρεούµαστε να φοράµε µάσκες παντού, να φοβόµαστε τον συνάνθρωπο ως δυνητικά απειλητικό για τη ζωή, να κατηγορούµε µέχρι και τους νέους που δυσκολεύονται να συµµορφωθούν, ξεχνώντας πως αυτό επιτάσσει η ίδια τους η φύση. Ένα εµπειρικό µυστικό είναι πως στα χωριά οι άνθρωποι δεν φοβούνται όσο στις πόλεις. Είναι πιο δύσκολο κανείς να τους εγκλωβίσει, ακριβώς επειδή ζουν κοντά στη φύση και συνεπώς τον εαυτό. Άλλωστε εκ των πραγµάτων οι άνθρωποι εκεί δεν συνωστίζονται κι αν επιθυµούσαν συνωστισµό δεν θα ‘ταν στα χωριά αλλά στις πόλεις. Τις πόλεις που διαχρονικά πλήρωναν πρώτες και ακριβότερα το τίµηµα της όποιας αντίξοης συνθήκης. 

Μα τις αγαπάµε τις πόλεις. Για τα θέατρα, τα σινεµά, τις εκθέσεις και τις µουσικές σκηνές τους, την αίσθηση πως βρίσκεσαι ανάµεσα σε κόσµο ακόµη κι αν δεν συγχρωτίζεσαι τόσο µαζί του, την ανάγκη να ‘χεις το βλέµµα στραµµένο στο αυριανό και το καινούριο. ∆εδοµένων των

συνθηκών ό,τι αγαπήσαµε στις πόλεις φαντάζει µακρινό παρελθόν. Κι αυτό µας λυπεί και µας δυσκολεύει.

Κάτι τέτοιες στιγµές αναζητώ διέξοδο στη µουσική. Τουλάχιστον µας έχουν µείνει τα τραγούδια και έχουν µιλήσει για όλα. Τότε είναι που αντιλαµβάνεσαι την αξία της τέχνης, που σήµερα έχει πληγεί όσο κανένας άλλος χώρος. Λείπουν οι συναυλίες, οι χοροί και τα γλέντια µας, τα γιατρικά της ψυχής και τα µοναδικά πράγµατα, όπου ο συνωστισµός αποκτά νόηµα. Όπως και στις πορείες. Γιατί δεν γίνεται να µην επισηµάνεις το γεγονός, πως 20.000 άνθρωποι εν µέσω πανδηµίας αψήφησαν τον κίνδυνο και βρέθηκαν έξω από το εφετείο διαδηλώνοντας κατά του φασισµού. Ούτε να πάρεις το βλέµµα σου απ’ την κυρία Μάγδα Φύσσα που αντί να κάθεται, όλα αυτά τα χρόνια, µόνο να ανάβει το καντηλάκι του παιδιού της, κατόρθωσε µε τον αγώνα της να συνταράξει ολόκληρο το πολιτικό σύστηµα της χώρας. Και πως να αγνοήσεις όλους εκείνους που χωρίς κανένα ατοµικό όφελος στάθηκαν δίπλα της ενεργά στον αγώνα αυτό.

Τι θέλω να πω; Ό,τι πέρα από την περιβόητη «ατοµική ευθύνη» υπάρχει και η προσωπική συνείδηση, η ευθύνη προς τον εαυτό. Να ιεραρχείς δηλαδή τις ανάγκες και τις αξίες σου και παίρνοντας τα ρίσκα σου, να πράττεις αναλόγως. Ίσχυε ανέκαθεν, όσο στενεύει όµως ο κλοιός γίνεται ακόµη πιο επιτακτικό. Έτσι, για το τέλος, κρατώ τα λόγια του Γιάννη Αγγελάκα: «Σε κάθε εποχή το ζητούµενο είναι η ανθρωπιά. Όταν νοµίζουµε ότι τα έχουµε όλα, κάποιος να µας υπενθυµίζει ότι δεν τα έχουµε όλα. Κι όταν νοµίζουµε ότι χάθηκαν όλα, κάποιος να µας υπενθυµίζει ότι δεν χαθήκαν όλα».**

 

 

 

*   Από το φωτογραφικό λεύκωµα ΜέΡΕΣ ΕγΚΛΕΙΣΜΟύ, εκδόσεις Ροδακιό.

** Από το ντοκιµαντέρ «Ζητείται ∆ιέξοδος» του Σέργιου Βαφειάδη που διατίθεται ελεύθερα στο YouTube.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares