Skip to main content
Στο Βέρμιο ο χρόνος κυλά αλλιώς. Το φως περνά ανάμεσα στις οξιές, το νερό δεν σταματά ποτέ να ψιθυρίζει και οι ιστορίες του τόπου μένουν ζωντανές μέσα στα δάση - τα κατοικούν κι αυτές.

Στη Μεταμόρφωση – Η είσοδος στο βουνό

Η πρώτη μέρα του ταξιδιού μας ξεκινούσε με το πρωινό φως να απλώνεται απαλά πάνω στα βουνά του Βερμίου — εκεί όπου, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, βρίσκονταν οι περίφημοι Κήποι του Μίδα. Το όρος Βέρμιο εκτείνεται στους νομούς Ημαθίας, Κοζάνης και Πέλλας και αποτελεί προστατευόμενο φυσικό καταφύγιο Natura 2000. Στα νότια συνορεύει με τα Πιέρια, με τον Αλιάκμονα και τα στενά του να λειτουργούν ως φυσικό όριο των δύο οροσειρών, ενώ στα βόρεια αγγίζει τον Βόρα (Καϊμακτσαλάν). Η ψηλότερη κορυφή του είναι ο Χαμίτης (2.067 μ.).
Ομαλό βουνό με συνεχείς κορυφές, θεωρείται από τα πιο υδροφόρα της Ελλάδας, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε εποχή.

Φτάνοντας στη Μεταμόρφωση, η καρδιά μου χτυπούσε από την προσμονή για όσα θα ακολουθούσαν. Το χωριό —λιτό, ήσυχο, διακριτικό— παλαιότερα ονομαζόταν Drazilovo. Βρίσκεται στα 1.000 μ. υψόμετρο και απέχει λίγα χιλιόμετρα από το χιονοδρομικό κέντρο 3-5 Πηγάδια, πολύ κοντά στη Νάουσα. Ένας τόπος που δεν φωνάζει για να σε κερδίσει∙ απλώς υπάρχει — κι αυτό αρκεί.

Από τη ζεστασιά του τζακιού στο νερό των καταρρακτών 

Η διαμονή μας ήταν στο πετρόχτιστο Αρχοντικό Αγκωνάρι — ένα στολίδι της τοπικής αρχιτεκτονικής, όπου η ζεστασιά της πέτρας και του ξύλου συναντά τις σύγχρονες ανέσεις. Ανοίγοντας την πόρτα της σουίτας, το τζάκι έκαιγε απαλά και τα μεγάλα παράθυρα άνοιγαν προς το πυκνό δάσος και τις πλαγιές του Βερμίου. Ένιωσα σαν να βρέθηκα σε έναν τόπο όπου ο χρόνος κυλά πιο αργά, σχεδόν τελετουργικά.

Μετά από ένα πλούσιο πρωινό με σπιτικές πίτες, μαρμελάδες παραγωγής τους και ζεστά ψωμάκια της περιοχής, ξεκινήσαμε την πεζοπορία προς τους καταρράκτες της Μεταμόρφωσης.
Ο ήλιος έριχνε τις πρώτες του ακτίνες μέσα στο δάσος∙ τα φύλλα της οξιάς γυάλιζαν ακόμη από τη νυχτερινή δροσιά. Το μονοπάτι ήταν καλά σηματοδοτημένο, αλλά η ομορφιά της διαδρομής σε έκανε να ξεχνάς κάθε έννοια προορισμού. Ξύλινες γέφυρες διέσχιζαν τα ρέματα, δημιουργώντας μικρές σκηνές παραμυθιού, και ο ήχος του νερού πάνω στους βράχους γέμιζε τον χώρο με μια ανεπαίσθητη ενέργεια.

Στην πορεία συναντήσαμε πινακίδες που εξηγούσαν την ιστορία της περιοχής: εδώ περνούσε κάποτε το τρενάκι Decauville της βρετανικής Millars Timber and Trading Company Ltd. Από αυτά τα δάση, οι κορμοί της οξιάς κατέβαιναν ως το πριονιστήριο στο Γουρνόσοβο και από εκεί, μέσω Λευκαδίων, συνέχιζαν με το τρένο προς Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στη Μέση Ανατολή.
Η εικόνα μιας άλλης εποχής —εργάτες με τα ρούχα μούσκεμα από τον μόχθο, να φορτώνουν ξυλεία μέσα στο πυκνό δάσος— ζωντάνεψε μπροστά μου.

Λίγο παρακάτω φτάσαμε στη Γαλαρία, τη σήραγγα από όπου περνούσε το τρενάκι. Το σκοτεινό τούνελ κρατούσε ακόμη μια μυστηριώδη σιωπή∙ μπορούσες σχεδόν να ακούσεις τον ήχο των τροχών να αντηχεί στα πέτρινα τοιχώματα. Στο βάθος, μικρά ρυάκια σχημάτιζαν παιχνίδια φωτός και ήχου, σαν μια κρυφή παράσταση του βουνού.

Οι καταρράκτες εμφανίστηκαν απότομα, εντυπωσιακοί. Το νερό έπεφτε με ορμή, σχηματίζοντας λευκά πέπλα που αντηχούσαν στο γύρω τοπίο. Εδώ, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, οι αντάρτες είχαν στήσει τα μαγειρεία τους. Πινακίδες στις όχθες του ποταμού μιλούσαν για εκείνη την εποχή – για δυσκολίες, αντοχή και επιμονή. Η πεζοπορία εξελίχθηκε έτσι σε ένα ταξίδι τόσο στη φύση όσο και στην ιστορία του τόπου.

 

3–5 Πηγάδια

Μονοπάτια που ανεβαίνουν στο φως

Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε με μια σύντομη διαδρομή προς το χιονοδρομικό κέντρο 3–5 Πηγάδια, μόλις λίγα χιλιόμετρα από τη Μεταμόρφωση.
Από εκεί η θέα ήταν μαγευτική: οι πλαγιές του Βερμίου απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα, σκεπασμένες με πυκνή βλάστηση και δάση οξιάς. Παρότι ήταν χειμώνας, το βουνό κρατούσε ζωντανή την ενέργειά του∙ τα μονοπάτια πεζοπορίας που ξεκινούσαν από το χιονοδρομικό μάς καλούσαν για εξερεύνηση.

Ξεκινώντας ένα από αυτά, συναντήσαμε ξύλινα γεφυράκια που περνούσαν πάνω από μικρά ρυάκια. Το νερό κυλούσε ήρεμα δίπλα μας, δημιουργώντας έναν χαμηλό, σταθερό ήχο που μας συνόδευε σε όλη τη διαδρομή. Τα σκυλιά της περιοχής εμφανίστηκαν ξαφνικά και έγιναν η αυθόρμητη παρέα μας — περπατούσαν μπροστά και γύριζαν κάθε τόσο να δουν αν ακολουθούμε.

Το μονοπάτι ήταν στρωμένο με πεσμένα φύλλα, με τις οξιές να κυριαρχούν στο τοπίο. Σε αρκετά σημεία, μικρά και μεγαλύτερα μανιτάρια στόλιζαν κορμούς και έδαφος. Η πορεία ήταν εύκολη, με μικρές ανηφοριές, και το τοπίο άψογα οργανωμένο, με κιόσκια και σημεία ξεκούρασης.
Ήταν μια ήρεμη, καθαρή διαδρομή μέσα στο δάσος — από εκείνες που σε κάνουν να παίρνεις βαθιές ανάσες, λες και θες να κρατήσεις μέσα σου λίγη από την ομορφιά του τόπου.

 

Ανάβαση στο Μπαλκόνι - Το βλέμμα πάνω από το Βέρμιο

Μέσα σε δάσος από ψηλές οξιές και βελανιδιές, ανηφορίσαμε προς το καταφύγιο του ΕΟΣ Νάουσας, αφήνοντας πίσω μας κάθε σκέψη της καθημερινότητας. Καθώς ανεβαίναμε στα 1.720 μ., ο δρόμος γινόταν πιο απότομος, ώσπου φτάσαμε στη θέση που οι ντόπιοι αποκαλούν «Μπαλκόνι». Εκεί, ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι σηματοδοτεί τον ιδανικό τόπο για να σταθείς και να χαζέψεις το τοπίο.

Η «θέση Μπαλκόνι» δεν είναι συγκεκριμένο σημείο∙ είναι ο τρόπος να περιγράψεις τη θέα που απλώνεται μπροστά σου: τις δασωμένες πλαγιές, τις γυμνές κορυφές του Βερμίου και το ατέλειωτο πράσινο που χάνεται στον ορίζοντα. Η ησυχία σπάει μόνο από τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα, κι έχεις την αίσθηση πως, για λίγες στιγμές, το βουνό σού ανήκει. Καθισμένη στο ξύλινο σπιτάκι, άφησα το βλέμμα να ταξιδέψει. Μια φράση που διάβασα νωρίτερα αποτύπωνε απόλυτα το συναίσθημα: «Αγναντεύουμε ολόγυρά μας τον υπέροχο και απόκρυφο, μέσα στις δασωμένες και γυμνές κορυφές του Βερμίου, τόπο…»

Όταν φτάσαμε στο καταφύγιο του ΕΟΣ, το βρήκαμε κλειστό, αλλά η περιοχή γύρω του άξιζε τη στάση. Το κτίριο βρίσκεται στα περίπου 1.700 μ., μέσα σε πυκνό δάσος οξιάς, σε σημείο με καθαρή θέα στις πλαγιές του Βερμίου. Ο χώρος γύρω προσφέρεται για ξεκούραση, ενώ από εδώ ξεκινούν ή συναντιούνται αρκετά μονοπάτια. Ο δασικός δρόμος εξασφαλίζει πρόσβαση όλες τις εποχές.

 

Στη Νάουσα – Μια συνάντηση με το Ξινόμαυρο

Μετά την πεζοπορία, αργά το απόγευμα, επιστρέψαμε στη Νάουσα για μια στάση στο παραδοσιακό οινοποιείο Δαλαμάρα. Το πέτρινο κτίσμα έμοιαζε σχεδόν ζωντανό∙ αναστέναζε μαζί με τους αμπελώνες γύρω του. Μόλις πλησιάσαμε, ο αέρας γέμισε με το άρωμα του σταφυλιού και τη θερμή, χαρακτηριστική μυρωδιά από το καζάνι που έβραζε για το τσίπουρο.

Ο Γιάννης Δαλαμάρας μάς υποδέχτηκε με τη γνησιότητα ανθρώπου που έχει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα σε αμπέλια και ξύλινα βαρέλια. Μας έδειξε το καζάνι, μιλώντας με ενθουσιασμό για τη «καρδιά» του τσίπουρου — τη στιγμή που η απόσταξη αποκαλύπτει τον καθαρότερο και πιο έντονο χαρακτήρα του.

Καθώς περνούσαμε στο εσωτερικό του οινοποιείου, ο χώρος γέμιζε από ζεστές μυρωδιές και από τον υπόκωφο ήχο των κοχλάζοντων στέμφυλων. Εκεί μας μίλησε για τη σημασία του Ξινόμαυρου, της εμβληματικής ποικιλίας της Νάουσας, που από το 1971 φέρει ΟΠΑΠ. Μίλησε για τα 160 χρόνια οικογενειακής ιστορίας, για τη λεπτομέρεια που απαιτείται από τον τρύγο μέχρι την εμφιάλωση, για την επιμονή κάθε γενιάς να κρατήσει τον αμπελώνα ζωντανό.

Μας κέρασε τις πρώτες σταγόνες της απόσταξης — δυνατές, καθαρές, σχεδόν τελετουργικές. Στη συνέχεια δοκιμάσαμε Ξινόμαυρο: βαθύ, στιβαρό, με την αυστηρή ευγένεια που χαρακτηρίζει τη Νάουσα και τους ανθρώπους της. Φεύγοντας από το οινοποιείο, η εμπειρία είχε ήδη χαραχτεί σαν μικρή ανάμνηση: η ζέστη του χώρου, το άρωμα του μούστου, η αίσθηση ότι εδώ, η παράδοση δεν παρουσιάζεται — απλώς συνεχίζεται.

Βιβλιοθήκη του Οίνου

Το απόγευμα αφιερώθηκε στη Βιβλιοθήκη Οίνου BIBON, έναν χώρο υψηλής πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής αξίας, στεγασμένο στο ιστορικό πατρικό της οικογένειας Μπουτάρη. Το κτίριο, ανακαινισμένο με σεβασμό, διατηρεί την ατμόσφαιρα ενός σπιτιού που κουβαλά γενιές οινικής ιστορίας.

Η ξενάγηση ξεκίνησε στο ισόγειο. Τα αναγνωστήρια ήταν γεμάτα βιβλία, περιοδικά και ψηφιακές πηγές αφιερωμένες στην αμπελουργία, την οινοποίηση και τη σχέση του κρασιού με τον πολιτισμό. Η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης μάς μίλησε για τον ρόλο της BIBON σήμερα: έναν χώρο που καλλιεργεί την οινική παιδεία, στηρίζει την επιστημονική έρευνα —ιδίως σε θέματα βιώσιμης καλλιέργειας που δοκιμάζονται από την κλιματική αλλαγή— και δημιουργεί σημείο συνάντησης για κοινότητες, μαθητές, ερευνητές, οινοποιούς και επαγγελματίες του οινοτουρισμού.

Καθώς περπατούσα ανάμεσα στα ράφια, εκείνη εξηγούσε πως η βιβλιοθήκη δεν λειτουργεί ως δανειστική: τα τεκμήρια παραμένουν στον χώρο, ωστόσο η ψηφιακή πρόσβαση επιτρέπει σε όλους να μελετήσουν το υλικό. Δίπλα στα διεθνή οινικά περιοδικά και τον τοπικό τύπο, μια σειρά από σπάνιες εκδόσεις είχαν τοποθετηθεί σε γυάλινες προθήκες — μικρές χάρτινες ιστορίες που μαρτυρούν την εξέλιξη του οινικού κόσμου.

Όπως μας είπε, στόχος της BIBON είναι να ευαισθητοποιήσει τον επισκέπτη απέναντι στο κρασί μέσα από τη γνώση, την τέχνη και την ιστορία. Η συνεργασία με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Βέροιας υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του χώρου και την οργάνωση του υλικού.

Λίγο πριν φύγω, κάθισα σε μια ήσυχη γωνιά και ξεφύλλισα περιοδικά και βιβλία. Εκεί, ανάμεσα στις σημειώσεις, τις φωτογραφίες και τα παλιά τεκμήρια, ένιωσα ότι η παράδοση και η έρευνα συναντιούνται με έναν τρόπο που δεν προσποιείται τίποτα — απλώς συνεχίζει την ιστορία του τόπου μέσα από το κρασί.

 

Στο Άλσος του Αγίου Νικολάου – Το νερό που ψιθυρίζει

Η τρίτη μέρα ξεκίνησε με μια επίσκεψη στο Άλσος Αγίου Νικολάου, μόλις τρία χιλιόμετρα έξω από τη Νάουσα. Πανύψηλα πλατάνια, κρυστάλλινα νερά και μικρές λιμνούλες δημιουργούσαν έναν χώρο σχεδόν ονειρικό. Μονοπάτια μέσα στη σκιά των δέντρων και ταβερνάκια με ζωντανή πέστροφα έδιναν στον τόπο μια αίσθηση απλότητας και γενναιοδωρίας. Ο χώρος, προσεκτικά αναπλασμένος και βραβευμένος πανευρωπαϊκά, δικαίωνε κάθε του φήμη.

Καθώς η μέρα έγερνε, επιστρέψαμε στο Αρχοντικό Αγκωνάρι. Καθισμένη στο μπαλκόνι της σουίτας, με τη θέα στο δάσος και τις πλαγιές του Βερμίου, άφησα τη σκέψη μου να ξετυλιχθεί: τη διαδρομή προς τους καταρράκτες, τις ιστορίες των ανταρτών, τη φιλοξενία στο οινοποιείο Δαλαμάρα, τη γνώση που συναντήσαμε στη Βιβλιοθήκη Οίνου. Ήταν σαν όλα να έδεναν μεταξύ τους — φύση, άνθρωποι, μνήμες, ιστορία.

Η Νάουσα, με τα βουνά, τα νερά και το κρασί της, αποδείχθηκε τόπος όπου κάθε στιγμή γίνεται εμπειρία και κάθε βήμα αφήνει πίσω του μια αίσθηση διάρκειας. Το τριήμερο ταξίδι δεν ήταν απλώς μια επίσκεψη∙ ήταν μια μικρή περιπλάνηση στον χρόνο και στην παράδοση μιας περιοχής που καταφέρνει να συνδυάζει αρμονικά το παλιό με το σύγχρονο.

Το πρωινό της αναχώρησης, πριν φύγουμε από το Αγκωνάρι, γύρισα για μια τελευταία ματιά στις πλαγιές του Βερμίου. Η ομίχλη κατέβαινε απαλά σαν λεπτή κουρτίνα, τα πουλιά είχαν μόλις αρχίσει να τραγουδούν και κάπου μακριά ακουγόταν ένα ρυάκι. Για μια στιγμή, ο τόπος έμοιαζε να αναπνέει μαζί μας.

Φεύγοντας, είχα την αίσθηση ότι το Βέρμιο και τα χωριά του δεν είναι μόνο προορισμός. Είναι το βουνό και το νερό, το κρασί και η πόλη, οι άνθρωποι και ο τρόπος που σε κάνουν να νιώθεις μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας. Κι όσο για το αν θα ξαναγυρίσω — η απάντηση είναι δεδομένη. Ένας τόπος που σε αγκαλιάζει έτσι, δεν σε αφήνει ποτέ στ’ αλήθεια.

Προτάσεις

info's

Στη Μεταμόρφωση, το πετρόχτιστο Αρχοντικό Αγκωνάρι μοιάζει με μικρό καταφύγιο στο Βέρμιο: ρουστίκ σουίτες με τζάκι, ξύλο και πέτρα, μπαλκόνια στραμμένα στο δάσος, και πρωινό που μυρίζει σπιτική πίτα, μέλι και τηγανίτες. Βρίσκεται 4,5 km από το χιονοδρομικό 3–5 Πηγάδια και 12 km από τη Νάουσα, ενώ η ταβέρνα του σερβίρει γεύσεις του τόπου. Διατίθεται ιδιωτικός χώρος στάθμευσης.
Τηλ.: 2332 044 588, 693 7481603 — www.arxontiko-agonari.gr 

Οινοποιείο Δαλαμάρα, Νάουσα

Παραδοσιακό οικογενειακό οινοποιείο με ιστορία πάνω από 160 χρόνια. Στους πέτρινους χώρους του παράγεται Ξινόμαυρο με έντονο χαρακτήρα, ενώ την περίοδο της απόσταξης ο αέρας γεμίζει με το άρωμα του τσίπουρου και της φωτιάς. Οι επισκέψεις περιλαμβάνουν ξενάγηση σε αμπελώνες, παλαιωτήρια και δοκιμή κρασιών. Τηλ.: 23320 28321 F: Domaine Dalamara, www.dalamara.gr 

Θα το βρείτε στο

τεύχος 147