Αλεξία Τούλιου

Ένα απρόσμενο ταξίδι…

«Κάτι απροσδόκητα γνώριμο πάντα θα με γυρίζει εδώ, σε αυτή την πλατεία, σε αυτό τον πλάτανο. Μοναχική, όπως ο ποιητής, θα φαντάζομαι αραχνοΰφαντα πως δένομαι μαζί του και αφουγκράζομαι κάτω από τη μεγάλη τρύπα στον κορμό, αυτί ανθρώπινο θαρρείς, ν’ ακούσω όσα άκουσε, να μάθω όσα ξέρει. Στην τόση ησυχία θα κάθομαι δίπλα του, στωικά θα σχηματίζω μία σμαραγδένια καρδιά στη θέση του Αϊ Γιάννη, ένα πειρατικό καράβι να σαλπάρει και θα αλλάζω μαζί του. Χρυσή το φθινόπωρο, λευκή τον χιονιά και αιθέρια το θέρος. Κι όταν ο άνεμος βαλθεί να μας κλονίσει, εγώ πάνω του θα κρατηθώ, γιατί τα δέντρα όσο κι αν λυγάν πάντα πατρίδα θα ‘ναι». 

Αυτές τις λέξεις διάλεξε η Αλεξία να αποχαιρετήσει μέσα από τις σελίδες του περιοδικού, στο τελευταίο τεύχος, μόλις το περασμένο καλοκαίρι. Και εκεί επέστρεψε, στη Γλυφάδα Δωρίδας, τόπο του αγαπημένου της Νίκου Υφαντή. Εκεί... συντροφιά με τους γλάρους, στο επίμονο μπλε «που ορίζοντα δεν λογάει…»

«Είθισται κάτι καινούργιο να πηγάζει»

Λυρική, ποιητική, χειμαρρώδης, ζωγράφιζε κόσμους επικούς μες την αχαλίνωτη φαντασία της. Άγγελοι, νεράιδες, στοιχειά και φασαριόζες μάγισσες, παιδικά παιχνίδια και
μυθικά πλάσματα ζωντάνευαν μέσα από τις αφηγήσεις της. Καθένα της ταξίδι κι ένα
περίτεχνο κράμα παραμυθιού και αλήθειας που μας μετέφερε σε κόσμους ονειρικούς. «Το ταξίδι θέλω να το ζω με όλη του τη δυναμική, μα συχνά αρνούμαι να συλλέγω από πριν πληροφορίες για τον προορισμό μου. Κάθε τόπος να είναι λευκός καμβάς, που
τμηματικά θα καταλήξει σ’ ένα ακόμη έργο τέχνης. Ένα έργο γεμάτο αντιθέσεις και όρια δυσδιάκριτα μεταξύ παραμυθιού και αλήθειας. Ένας πίνακας όπου σκοτεινά απόκοσμα όντα συγχρωτίζονται με ανθρώπους φωτεινούς σε ξέφρενη γιορτή», γράφει σε ένα από τα πρώτα της οδοιπορικά στη Χάρμαινα, τη συνοικία των Ταμπάκηδων της Άμφισσας. «Όταν βλέπεις μάτια καθαρά, πρέπει να αφήνεσαι», θα πει αμέσως παρακάτω… Κάτι απροσδόκητα γνώριμο με έφερε κι εμένα κοντά της, το καλοκαίρι του 2012 στην Επίδαυρο. Η φωτογραφία της είχε επιλεχθεί ανάμεσα στις δέκα καλύτερες που θα παρουσιάζαμε στην έκθεση «Μοριάς, Άνθρωπος και περιβάλλον». Παρά την εξαιρετική της πένα και το πνεύμα της – που αποτυπώνεται εξίσου εκπληκτικά και στη φωτογραφία της – η Αλεξία αρνήθηκε αρχικά την πρόταση συνεργασίας μας. Τι κι αν είχε ήδη βραβευθεί για διήγημά της σε λογοτεχνικό περιοδικό και διατηρούσε στήλη σε εφημερίδα της Πάτρας, πίστευε πως δεν θα τα καταφέρει. Έμοιαζε πως αγνοούσε το ταλέντο της. Αργότερα κατάλαβα πως η έπαρση ήταν άγνωστη λέξη στο λεξιλόγιο της Αλεξίας, που απέφευγε να δημοσιοποιεί την όποια καλλιτεχνική της επιτυχία ή διάκριση. «Ως αφανείς ήρωες δεν αξιώνουμε τιμές, μα εντέλει εκτιμούμε και αποζητούμε την ομολογουμένως φθαρτή, μα τόσο συναρπαστική θνητή μας διαδρομή», γράφει στο οδοιπορικό τους στα Βαρδούσια.

«Είθισται κάτι καινούργιο να πηγάζει, να έχει απαρχή», ξεκινούσε εκείνο το ταξίδι, με συνοδοιπόρο, φυσικά, τον Νίκο, τον άνθρωπο που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή της και την έπεισε να ξεκινήσουν μαζί να (μας) ταξιδεύουν. Σαν άλλος Ελύτης, δεν άντεχε τα παράθυρα χωρίς θέα η Αλεξία, και κάπως έτσι, ένας έρωτας μυθιστορηματικός γεννιέται και επισημοποιείται με τον γάμο τους στη Σύμη, το καλοκαίρι του 2015. «Σε ταξιδεύω μόνο μες στην αγκαλιά μου. Δεν θέλω ταξίδια με μεγάλα πλοία. Φοβάμαι μη βουλιάξει η αγάπη μας», γράφει στο φωτογραφικό λεύκωμα, 575, που εκδόθηκε το 2017 με φωτογραφίες του Νίκου και κείμενα - λεζάντες της Αλεξίας. «Ψηλώνει η ψυχή κάθε φορά που ανεβαίνει τις σκάλες. Είναι που εκεί στην κορυφή κρύβεται ένα «σ’ αγαπώ» γι’ αυτήν», γράφει πιο κάτω, σε φωτογραφία που την απεικονίζει να ανεβαίνει τα σκαλιά της Πάτρας… «Θυμάμαι ένα μελαχρινό κοριτσάκι να κατεβαίνει με δρασκελιές στη μαρμάρινη σκάλα του σπιτιού της για να βρεθεί ξανά και ξανά στην παιδική χαρά, εκεί στη μεγάλη πλατεία, στα Ψηλαλώνια, δύο λεπτά δρόμος. Γυναίκα πια, θα ανέβω πάνω στην ξύλινη κούνια. Με τα μάτια κλειστά θα αναπολήσω εικόνες που χαράχτηκαν στην παιδική μου ψυχή και με το σιγανό λίκνισμά μου θα καλοδεχτώ στο πρόσωπό μου την πνοή όσων χάθηκαν για πάντα», γράφει για την ιδιαίτερη πατρίδα της, σε ένα εξαιρετικό κείμενο με τον αποδημητικό τίτλο «Καρνάβαλου και Καραγκιόζη γωνία». Πνεύμα καλλιτεχνικό και ανήσυχο, η Αλεξία δεν θα μπορούσε να μην μετέχει στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης. Οργανωτικό μέλος στο φεστιβάλ Μέρες Φωτογραφίας, εξέλισσε διαρκώς το φωτογραφικό της ταλέντο μέσα από τη Φωτογραφική Λέσχη Ηδύφως. «Αυτό που με γοητεύει περισσότερο είναι το ανθρώπινο στοιχείο ή έστω η παρουσία του» δηλώνει σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Πελοπόννησος. «Θέλω να έχω την ικανότητα να ξεκαθαρίζω και να αποτυπώνω κάδρα και στιγμές της πραγματικότητας που παραπέμπουν όμως σε μια άλλη διάσταση πέρα απ’ αυτή, διεγείροντας συναισθήματα. Στην πραγματικότητα, αναζητώ τη μαγεία και όχι την πραγματικότητα», εξομολογείται παρακάτω η Αλεξία που ξεκίνησε να φωτογραφίζει «επειδή ήταν γραμμένο στα άστρα». Αγαπούσε τον Μοντιλιάνι, την Άρμπους, τον Κιούμπρικ κι είχε προλάβει να πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Ως ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πλάσμα, η Πάτρα που τόσο αγάπησε δεν έπαψε ωστόσο να την πονά. «Αν έχεις γεννηθεί σε τούτο τον τόπο ξέρεις τι σημαίνει να σιωπούν τέτοια μέρη… Πεθαίνει η ανεμελιά, φιμώνεται η αγνή χαρά στην υποκρισία της επιβαλλόμενης διασκέδασης. Ακόμα και ο παιδότοπος έχει αλλάξει, όπως και η διαπαιδαγώγηση, και είναι πιο περιέργως προστατευτικά επικίνδυνος. Εκεί έφαγα τα μούτρα μου, έπαιξα γυαλένια με τους φίλους μου, είχα τα πρώτα μου μπουγέλα, το πρώτο μου φλερτ και αν όπως λεν πατρίδα είναι τα παιδικά σου όνειρα τότε δεν έχω πια… πατρίδα», γράφει στο κλείσιμο του αφιερώματος, με εκείνον τον αφοπλιστικό της τρόπο, που συγκινούσε βαθιά 

 

«Πήρα λοιπόν τον δρόμο του Θεού, να δω πρώτος το θαύμα...» Ο πατέρας της Αλεξίας

«Στο ταξίδι πρέπει να ξεχνάς πώς βλέπεις, για ν’ αρχίσεις τελικά να βλέπεις».
«Στον πόνο και στη θύμησή σου τα μεγέθη αλλάζουν, μεγαλώνουν και σ’ απομακρύνουν μέχρι που το βλέμμα χάνεται και η μυρωδιά ξεθωριάζει. Δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά η παρηγοριά του βρεγμένου χώματος που θα με συντροφεύει στο πιο μακρινό ταξίδι». 575, Εκδόσεις Το Δόντι. Πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτης σε ένα από τα concept που φωτογράφιζαν με τον σύντροφό της, Νίκο Υφαντή.
«Αυτό που με γοητεύει περισσότερο είναι το ανθρώπινο στοιχείο ή έστω η υποψία του». Η κόρη της Λήδα, στην οποία είχε αφιερωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.

«Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο». Από Το Μονόγραμμα του Ελύτη. Ο Νίκος στον φάρο του Μαλέα.

Ψυχή βαθιά ήταν η Αλεξία, αυτό ακριβώς που περιέγραφε, ένας άνθρωπος ολόκληρος, γεμάτος απ’ την ολότητα του «Είναι» του – του «Εγώ» και του «Εσύ» – ένα τέλειο κεφαλαίο ωμέγα: «Σύμβολο απείρου στον αντικατοπτρισμό του, μα και κύκλος ανοιχτός για να μπορεί η μνήμη να πηγαινοέρχεται στον χώρο και τον χρόνο», όπως χαρακτηριστικά γράφει για τηνπαραλία της Βοϊδοκοιλιάς. Με μια σπάνια εσωτερικότητα, βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης και της διττότητας των πραγμάτων, είχε να πει πολλά, χωρίς ποτέ να χάνει το χιούμορ, την παιδικότητα, αλλά και τη μεστότητα του λόγου της. Το ταξίδι, άλλωστε, ήταν μόνο η αφορμή για να διατυπώσει βαθύτερες αλήθειες, πικρές μα και γλυκές, αγγίζοντας τις πάντα με τρυφερότητα. «Ένας υπόκωφος κανονιοβολισμός μόνο για μένα θα ναι η ευγνωμοσύνη μου για την παραμονή και τη συνενοχή μου σε αυτόν τον μικρό καθημερινό θάνατο», γράφει στην εγκαταλειμμένη Βάθεια. Επηρεασμένη από τον Καραγάτση, τον Καρκαβίτσα, τον Παπαδιαμάντη, ήταν τόσο συναρπαστική μες στην τραγικότητα της γραφή της, όσο κι η ίδια η ζωή. Είχε αυτή τη μαγική ικανότητα, να αγγίζει το «μέσα», να αφουγκράζεται το συλλογικό ασυνείδητο και να το επικοινωνεί μοναδικά· μάγισσα την αποκαλούσα: «Θα έρθει η εποχή που επαναστάσεις θα αγαπούν πιο πολύ να υπάρχουν και – πώς αλλιώς – αφού η άνοιξη είναι από μόνη της μία ολοκληρωμένη επανάσταση», έγραφε πέρσι στην Ορεινή Αιγιάλεια.

«Τι με κοιτάς; Σηκώνω τα βάρη μιας ζωής…»

«Οι πόλεις πρέπει να έχουνε επίπεδα, πάνω και κάτω, όπως η ζωή. Να έχουν ένα μέρος να κρυφτούν τα μυστικά αλλά και σκάλες, πολλές σκάλες, για να κρατάνε επαφή», γράφει πάλι στη Χάρμαινα, παρότι η ίδια κράτησε μυστική από όλους μας τη νόσο που την ταλαιπωρούσε επί χρόνια, ενώ αρνήθηκε πεισματικά να λάβει οποιαδήποτε θεραπεία γι’ αυτήν. Ανατρεπτική, αντιφατική κι ανυπότακτη, ήθελε να ζήσει Ελεύθερη: «Είναι σχεδόν ύβρις να πατάς τέτοιους τόπους. Μόνο στ’ αμόλυντα πλάσματα αξίζει τόση ελευθερία, γι’ αυτό κι εγώ περπατώ σταθερά στον δρόμο που χαράζει το κάτουρο της γίδας», γράφει στον Μαλέα. Και αν για τον μέσο άνθρωπο αυτή η στάση είναι ακατανόητη, η Αλεξία δίνει και πάλι την απάντηση: «Μα πως γίνεται πάντα, να αντιλαμβάνομαι αλλιώς τα πάντα;»

«Τι με κοιτάς; Σηκώνω τα βάρη μιας ζωής…», διαβάζω σε μια ακόμη απ’ τις λεζάντες της. Περήφανη, με υπερβολική αξιοπρέπεια, δεν αποκάλυψε ποτέ το πρόβλημα της υγείας της κι ουδέποτε το χρησιμοποίησε ως δικαιολογία για οτιδήποτε. Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, μέχρι πριν το τέλος, σχεδιάζαμε το επόμενο θέμα. Με σπουδές στον ελληνικό πολιτισμό, πηγαία αίσθηση της τέχνης, γεμάτη σεβασμό και πάθος για ό,τι έκανε, η Αλεξία ήταν τόσο ξεχωριστή όσο αναντικατάστατη. Έγραψαν γι’ αυτήν πως ήταν όμορφη – και πράγματι ήταν – μα ίσως ν’ αγνοούν αυτό που η ίδια ομολογεί, πως «θέλει μόχθο η ομορφιά να θρέψει…»

«Είναι λοιπόν αυτή η ανθρώπινη απουσία που θαυματουργεί στη φύση. Ο χειμώνας άλλωστε δεν υπόσχεται κοσμικές διασκεδάσεις, μόνο το απόλυτο της αγνότητας και της καθημερινότητας μίας σχηματοποιημένης πέτρας. Η άνοιξη δεν αργεί. Μέχρι τότε, βουνά, ποτάμια, γεφύρια και χωριά απογυμνώνονται για μία και μόνο αληθινή αποτύπωση. Και είναι αυτή η στιγμή που η σιωπή ξεσπά στην πιο ηχηρή συγκίνηση», γράφει στον Ασπροπόταμο, κι η ξαφνική είδηση του θανάτου της προκάλεσε σε όλους μας αυτό που περιγράφει· σοκ κι απέραντη θλίψη. Σε έναν ήδη πολύ επιβαρυμένο ψυχικά χειμώνα, όπου ο θάνατος μας έγινε συνήθεια, ακόμη ένας νέος άνθρωπος, με σοβαρό υποκείμενο νόσημα, έφυγε ανάμεσα σε τόσους άλλους από κορονοϊό, ενώ νοσηλευόταν για διαφορετική αιτία. Ατυχία ή εγκληματική αμέλεια; Σκέφτομαι και θυμώνω. Μια, έτσι κι αλλιώς τραγική είδηση, αποκτά άλλη βαρύτητα όταν αυτός ο άνθρωπος σου είναι οικείος, έχει σάρκα και οστά. Η Αλεξία ήταν μητέρα, σύντροφος, κόρη, συνεργάτης, αγαπημένη, με ποιότητες σπάνιες και εξαιρετικές. Σκέφτομαι πως υπό διαφορετικές συνθήκες, σε άλλη χώρα, σε άλλη ζωή, σε ένα σύμπαν παράλληλο, θα μπορούσε να ‘ταν διάσημη συγγραφέας κι οι φωτογραφίες της να φιλοξενούταν σε μουσεία. Τι σημασία έχει; Λέω μέσα μου. Αγάπησε κι αγαπήθηκε, μοιράστηκε απλόχερα ένα σωρό κείμενα, ποιήματα, χιλιάδες εικόνες – κι όπως η ίδια γράφει – το να μοιράζεσαι είναι το βασικό συστατικό της επίγειας ευτυχίας.

Στο ακρωτήρι της ψυχής

«Μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές;» αναρωτιέται μες στο νεκρομαντείο του Αχέροντα. Την απασχολούσε η μετάβαση, το «μετά» και στον θάνατο έβλεπε γαλήνη… Στον Μαλέα, Το ακρωτήρι της Ψυχής, μοιράστηκε μαζί μας ένα από τα πιο λυρικά της κείμενα – την ίδια την ψυχή της: «Κάτω από τα άστρα στην Αγία Ειρήνη ένιωσα θεός, σαν είδα την καλοσύνη μέσα μου, και τώρα, φοβισμένη σαύρα, προσπαθώ να χωρέσω την ασημαντότητα της ύπαρξής μου στις στριμωγμένες πέτρες. Ο ήλιος φωτίζει ένα χαμολούλουδο δίπλα μου. Είναι όμορφο και παράταιρο σε όλη τη σκηνοθεσία, μα ικανό να μου στρέψει το βλέμμα προς τα πάνω. Μια ξύλινη λευκή σκάλα έχει τοποθετηθεί παράδοξα ανάμεσα σε βράχια και ουρανό. Θαρρείς και κάποιος θέλει να δείξει τον δρόμο της γαλήνης στις ψυχές που χάθηκαν για πάντα εδώ. Σηκώνομαι και στέκομαι ένα βήμα πριν από το κενό. Επιθυμώ να γίνω ορατή από τον παραμορφωτικό βυθό, μήπως και βοηθήσω στη μετάβαση αυτή. Στο μυαλό μου έρχεται η εικόνα από τα λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα, όταν ένας μάγος στέλνει το πιο κακό στοιχειό στο κέντρο αυτής της θάλασσας. Στέλνω κι εγώ μακριά κάθε ίχνος φόβου και, σαν τον Οδοιπόρο του Φρίντριχ, γίνομαι ο κυρίαρχος του τοπίου και αρνούμαι να υποταχθώ, να φύγω….»

Θυμάμαι πόσο πολύ ήθελε να πάει στην Ιθάκη. Από παιδί αγωνιούσε γι’ αυτήν – έτσι γράφει – κι ας ήξερε πως επινοήθηκε από έναν ποιητή, μόνο για το ταξίδι: «Στις μικρές ανάπαυλες του μυαλού, από τον Κύκλωπα στους Λαιστρυγόνες, το μάτι ταξίδευε στη γυναίκα της ελαιογραφίας που κρεμόταν από πάνω μου. Πάντα με βήμα μεγάλο, ανοιχτό, κοντοζύγωνε την άκρη του πίνακα κι όμως δεν έφευγε ποτέ. Κάπως έτσι και εγώ δεν φεύγω ποτέ οριστικά, γιατί σε κάθε ταξίδι ξέρω καλά τι θέλω να αφήσω πίσω μου, αλλά όχι τι θέλω να βρω» γράφει για την Ιθάκη. Καλό ταξίδι, λοιπόν, Αλεξία μου. Έτσι ακριβώς θα σε φαντάζομαι, μυθική βασίλισσα της Ιθάκης. Και κάτι απροσδόκητα γνώριμο πάντα θα γυρίζει κι εμένα εδώ, στις λέξεις και στις εικόνες σου, βαθιά στην ιεροσύνη της ύπαρξης. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, «ποιος θα μου πει με βεβαιότητα πού καταλήγει αυτό το χώμα και ποια ιερή δύναμη σκεπάζει το διάβα μας;»

«Θέλω να ταξιδέψω μαζί με τον άντρα μου, όσο γίνεται περισσότερο και να φωτογραφίζουμε το διαφορετικό». Από ταξίδι τους στην Κων/πολη.
Λήδα.
«Το έμπειρο μάτι του φωτογράφου θυμίζει αυτό της γάτας. Και οι δύο μπορούν να δουν πράγματα που ο κόσμος αγνοεί». Αυτοπορταίτο της Αλεξίας.
Ένα απρόσμενο ταξίδι

«Στο αμαρτωλό σμίξιμο του φθινοπώρου και της βροχής γεννιούνται οι διάφανοι. Τιμωρημένα πλάσματα, ανείδωτα, με μοίρα τραγική ν’ αντανακλούν τους άλλους στη ζωή. Μια από αυτούς κι εγώ, ρευστή και ασυμμάζευτη επέλεξα τον άνεμο να αγαπώ, προσμένοντας βαλς ειδυλλιακό. Μα ο άνεμος σώμα δικό του δεν ορίζει». Απόσπασμα από το ανέκδοτο ποίημα της Αλεξίας, Διάφανη. Οι δυο τους στο νεκρομαντείο του Αχέροντα.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares