Νίκος Καρούζος

Στη μοναχική χώρα της ποίησης

Έγραψαν για εκείνον ότι άκουγε ως μουσουργός, σκεφτόταν ως φιλόσοφος, έβλεπε ως ζωγράφος και αισθανόταν ως παιδί. Ήξερε και του άρεσε να παίζει με τον ήχο της αστραπής που ερχόταν με τη λάμψη. Άκουγε τη λάμψη, άρπαζε τα ηλεκτρόνια και τα έφτιαχνε ποιήματα…

Πέρασε όλη του τη ζωή στη χώρα της ποίησης. Μοναχικός, αλλά όχι μόνος, χωρίς ιδιαίτερες ανάγκες – πέρα από τα απολύτως απαραίτητα – στρατευμένος και μαχητής, άνθρωπος τρυφερός και απλός, χωρίς διανοουμενίστικη έπαρση: ο Νίκος Καρούζος.

Τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια που ο ποιητής, σε ηλικία μόλις 64 ετών, άφησε το μικρό υπόγειο της οδού Σούτσου για τον ουρανό, όπου «οι δυνατότητες είναι μόνο συναρπαστικές». Γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές στην γενέτειρά του. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του, τον συντρόφεψε η ζωγράφος Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του καθώς, ήδη από το 1941, είχε στραφεί στην ποίηση. Γνώρισε τη φυλακή και τις εξορίες της Ικαρίας και της Μακρονήσου. Δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας και του έμεινε «παράσημο» μια σακατεμένη υγεία. Όμως δεν θέλω να καταπιαστώ με τα υπόλοιπα βιογραφικά στοιχεία του Καρούζου σ’ αυτό το κείμενο, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τα αναζητήσει αλλού. Θέλω μόνο να μιλήσω για τον ποιητή - άνθρωπο, τον τόσο ιδιαίτερο και χαρισματικό.
Αντικομφορμίστας, ουδέποτε ξεπούλησε την τέχνη του για υλικές απολαβές, δεν χάιδεψε αυτιά, δεν συναναστράφηκε «χορηγούς» και «μαικήνες».

Κυκλοφορούσε στην Αθήνα με άδειες τσέπες, εκτός από τις σπάνιες ημέρες που είχε εισπράξει κάποια προκαταβολή, έναντι των συγγραφικών του δικαιωμάτων.Υπήρξε αρειμάνιος καπνιστής και δεινός πότης μέχρι τα τελευταία του, μέχρι τις ημέρες που η ανάσα του έσβηνε από την ελάχιστη προσπάθεια. Έδινε καθημερινά το παρόν στα αγαπημένα του αθηναϊκά μπαρ, για να δαμάσει τη δίψα που του έτρωγε τα σωθικά: το εμβληματικό «Ράμπα» του Γιώργου Σκούρτη στην Τσαμαδού, το Dada, το πρώτο μπαρ που άνοιξε στα Εξάρχεια, το πρώην θρυλικό Flower της Πλατείας Μαβίλη, το Λώρας στη
Σούτσου. Εμφανιζόταν ανελλιπώς μονίμως διψών, χωρίς δραχμή πάνω του, για να πιει ουίσκι με πάγο, βότκα με ελάχιστο τόνικ ή ούζο ΜΙΝΙ. Πλήρωνε με το μόνο νόμισμα που διέθετε σε αφθονία: την έμπνευση και τις λέξεις του. Ένα ποίημα, γραμμένο επί τόπου, αφηνόταν ως επιταγή στον πάγκο, μπροστά στον μπάρμαν, ως πληρωμή για τα ποτά που είχε καταναλώσει. Κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε ο Πικάσο με πίνακές του, στα μπαρ της Μονμάρτρης – αν πιστέψουμε τον θρύλο. Τα ποιήματά του ήταν πρωτότυπα κι ο ίδιος δεν κρατούσε ποτέ αντίγραφο. Με ποιήματα, επίσης, έβγαζε την υποχρέωση απέναντι σε όσους τον καλούσαν σπίτι τους, είτε για κάποια γιορτή ή για ένα δείπνο. Εκεί που οι άλλοι χάριζαν ακριβά αντικείμενα, γλυκά, ποτά και λουλούδια, ο Καρούζος έκρυβε στην τσέπη του στήθους – στο φτηνό, γκρι σακάκι που φορούσε – ποιήματα για τους οικοδεσπότες. Τα περισσότερα ήταν χειρόγραφα, μερικά «χτυπημένα» στην παμπάλαιη γραφομηχανή του, ένα δεκάλεπτο πριν φύγει από το υπόγειο της Σούτσου, για να κατευθυνθεί στο σπίτι όπου ήταν καλεσμένος. Τους «κοινωνούσε» ο Καρούζος, ένα ιδιότυπο «λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου», χωρίς άρτο, χωρίς κρασί, χωρίς όστια. Με λέξεις μόνο. Μια άλλη μεγάλη αγάπη του Καρούζου ήταν η μουσική και, συγκεκριμένα, το ρεμπέτικο τραγούδι. Πήγαινε συχνά στο Σκοπευτήριο, στην Καισαριανή, για ν’ ακούσει τον Τσιτσάνη και την Μπέλλου. Σαν μουσική έβλεπε και την ποίηση, σαν παρτιτούρες τα χειρόγραφά του. Οι συλλαβές ήταν οι νότες, οι λέξεις ο ήχος, ο στίχος η μουσική. Ένας ποιητής - μουσικός ήταν ο Νίκος Καρούζος. Αλλά και τη ζωγραφική αγαπούσε. Έφτιαχνε ακουαρέλες με χρώματα γαλανά και πορφυρά, μαβιά και γλαυκά, πράσινα, κίτρινα και μπλε. Ζωγράφιζε άνθη μοναδικά και σπάνια, έκανε τις λέξεις του λουλούδια και τις σκορπούσε στο χαρτί, χάριζε τα χρωματισμένα χαρτιά στους φίλους του. Το γαλανό του ουρανού, το μπλε της θάλασσας, το πράσινο του χόρτου πιτσιλισμένα από το κόκκινο του αίματος, μικρά ποιήματα πάνω σε απορροφητικό χαρτί. Ένας ποιητής - ζωγράφος ήταν ο Νίκος Καρούζος.Η ποίηση του Καρούζου είχε τόσο εραστές όσο και πολέμιους ανάμεσα στους λόγιους σύγχρονούς του. Μπορούμε ασφαλώς να πούμε ότι υπήρξε ένας παραγνωρισμένος δημιουργός. Ο αιώνιος διχασμός του ανάμεσα στον υλισμό και τη μεταφυσική, η σχεδόν εμμονική του θεματολογία (ύπαρξη, γλώσσα, χρόνος, φαίνεσθαι και είναι, θείο και υποχθόνιο) έφερε πολλούς σε θέση να μην μπορούν να αναγνωρίσουν την εκφραστική του ικανότητα, που τον κατατάσσει άνετα ανάμεσα στους πλέον αξιόλογους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μας άφησε – πολύτιμη κληρονομιά – καμιά τριανταριά βιβλία με ποιήματα και κάποια πεζά, κι έναν δίσκο με απαγγελία ποιημάτων του. Όσοι επιθυμείτε να γνωρίσετε καλύτερα τον Νίκο Καρούζο, αναζητείστε στο YouTube τα σχετικά – εξαιρετικά – αφιερώματα στις εκπομπές Μονόγραμμα και Παρασκήνιο, αλλά και τα ποιήματά του ηχογραφημένα με τη φωνή του.

«Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί... Στο τέλος, τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν...»

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares