Με αφετηρία την Καλαμάτα, ακολουθώ τον δρόμο προς Σπάρτη. Μια πράσινη και εκπληκτική διαδρομή απ’ όλες τις απόψεις! Αρχικά με μοναδική θέα προς τον Mεσσηνιακό κόλπο και στη συνέχεια με φιδίσιο τρόπο ο δρόμος τρυπώνει στις απόκρημνες κατάφυτες χαράδρες του δυτικού Ταϋγέτου, συντροφιά με τον ποταμό Νέδοντα. Πολύ σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις εισχωρήσει σε μια ξεχασμένη Εδέμ, μόλις 30 χιλιόμετρα από τη μεγάλη πόλη…

Δενθαλιάτιδα χώρα στους αρχαίους χρόνους, Κουτσαβά στα Σλαβικά, Πισινοχώρια κατά την Τουρκοκρατία, η περιοχή των πανέμορφων χωριών του δυτικού Ταϋγέτου, που μέχρι πρόσφατα άνηκαν στον Δήμο Αλαγονίας, φέρει μακρόχρονη και ένδοξη ιστορία. Παρά το απαράμιλλο φυσικό κάλλος του θρυλικού βουνού και τους αμέτρητους περιηγητικούς θησαυρούς της, έχει την τύχη των περισσότερων ορεινών οικισμών στη χώρα μας που δεν έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά. Τυχεροί οι λιγοστοί επισκέπτες που ανακαλύπτουν τα χωριά, την οργιαστική φύση, τις ιστορικές εκκλησίες της περιοχής, καθώς και τη ζεστή, φιλόξενη αγκαλιά των ντόπιων.

Καρβέλι και Λαδάς

Το πιο απομακρυσμένο από τον κεντρικό δρόμο χωριουδάκι βρίσκεται όμορφα απλωμένο σε μια πλαγιά με τη μεγάλη κίτρινη εκκλησία του να δεσπόζει κεντρικά. Είναι το Καρβέλι Μεσσηνίας, που σε ταξιδεύει στο παρελθόν μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης φυσικής φθοράς του χρόνου. Όπως και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, είναι έκδηλη η προσπάθεια των κατοίκων να περιποιηθούν τον τόπο τους και να περισώσουν ό,τι μπορούν, αν και χρόνο με τον χρόνο οι κάτοικοι λιγοστεύουν… Τα πλάνα να φτιαχτεί εδώ συνεδριακό κέντρο ποτέ δεν ευόδωσαν, με πληροφορεί ο Γιάννης Ίσσαρης, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού. Στην Αλαγονία, όπου το ύδωρ αναβλύζει από παντού, υπήρχε επίσης προοπτική για εμφιαλωτήριο νερού, που ποτέ δεν προχώρησε, συνεχίζει… Ψηλά στο βουνό, παρατηρώ το πέτρινο αγέρωχο μοναστήρι της Σιδηρόπορτας, που όπως και τα υπόλοιπα της περιοχής γνώρισε ηρωικές στιγμές στα χρόνια της Επανάστασης. Τώρα δεν υπάρχουν μοναχοί και τα κελιά σιγά σιγά γίνονται ένα με το φυσικό τοπίο… Ανάσα ζωής το πανηγύρι, που γίνεται κάθε χρόνο τον Αύγουστο. Μεταφέρθηκε μάλιστα η θαυματουργή εικόνα από τη Μονή των Αιμυαλών, στη Δημητσάνα, και πέρσι είχε πολύ κόσμο! Με τον Μιχάλη Αντωνόπουλο, πρόεδρο του Λαδά, πίνουμε το τσιπουράκι μας παρέα με μεζέ και τα λέμε στο παλιό καφενεδάκι του χωριού, που μοιάζει σαν να ξεπήδησε από ταξίδι στον χωροχρόνο! Η κυρά Ελένη, που έχει το καφενείο, κρύβεται για να μην είναι μες στο πλάνο όταν σηκώνω τη φωτογραφική μου μηχανή! Οι άντρες παίζουν χαρτιά σε μια γωνία. Συνοδός και ξεναγός μου στα τρία πρώτα χωριά, ο Μιχάλης, μου ιστορεί τα παράπονά του και τις πρόσπαθειές του. Πώς φτιάξαν τα καλντερίμια για το δικό του, προσωπικό λαογραφικό μουσείο, αλλά και για τα γελάδια που κάποιοι τα έχουν παρατήσει και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους παντού. Όσες καταγγελίες και αν έχει κάνει, κανείς δεν ενδιαφέρεται… Ο Λαδάς βρίσκεται στην άλλη μεριά της χαράδρας, αντίκρυ από το Καρβέλι. Το ένα χωριό κοιτάει το άλλο, και βρίσκουν έτσι μια συντροφιά στη μοναξιά τους, απόμερα από τον κεντρικό δρόμο. Στη μέση χαμηλά, ο οικισμός των Αιμυαλών, απ’ όπου προήλθε η εικόνα με βάση την οποία ιδρύθηκε το ομώνυμο μοναστήρι στον Λούσιο. Βαθιά στη χαράδρα, θα επισκεφθούμε το παλιό μονότοξο γεφύρι που στα ριζά του κυλάνε γλυκά τα νερά του ποταμού. Στεκόμαστε να ανασάνουμε φυσική ομορφιά! «Ποιο Πολυλίμνιο; Εμείς εδώ έχουμε αυτό το μέρος, που είναι πολύ πιο όμορφο. Τις Κουτσαβίτικες πηγές!» μου λέει ο Μιχάλης στη διαδρομή μέσα από τον δύσκολο χωματόδρομο… Ο Λαδάς και το Καρβέλι έχουν και άλλο ένα κοινό. Το προσθετικό Κουτσαβά μπροστά από την ονομασία τους – είναι σλαβικό και σημαίνει περιοχή. Βέβαια Κουτσαβίτες λέγονταν όλοι, και οι κάτοικοι των υπόλοιπων χωριών. Μαζί μας και ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, φίλος του Μιχάλη, όλο γελά! Πάρε τη γυναίκα σου, του λέει ο Μιχάλης, να βάλει την κουτσαβίτικη φορεσιά να την φωτογραφίσουμε. Μέχρι να ντυθεί η κυρά Σταυρούλα, προλαβαίνουμε να πάμε και στον καταρράκτη που μας έχει πει ο Μίμης. Μέσα από ένα δρόμο που ενδείκνυται επιεικώς για μοτοκρός, ο Δημήτρης ο Μαραβάς, πρόεδρος του Λαδά, θα μας οδηγήσει με το παπί του στον «προσωπικό» του καταρράκτη, που κάνεις από την παρέα δεν τον έχει ξαναδεί! Θα περάσουμε και από τη σημαντικότερη εκκλησία του χωριού, τον ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, από το σχολείο με τη λαογραφική συλλογή και θα καταλήξουμε στο σπίτι του Μιχάλη για ένα τελευταίο τσίπουρο. Το σπίτι του έχει σκεπή με πλάκα, όπως στα Ζαγοροχώρια. «Έτσι φτιάχνονταν όλα τα σπίτια παλιά», θα μου πει, «και την πλάκα τη λέγαμε τίκλα».

Οι διαδρομές προς τη Νέδουσα είναι εξαιρετικής ομορφιάς. Τόπος που σε γαληνεύει.

Το ποτάμι στον νερόμυλο του Ρεντίφι
Η κυρά Σταυρούλα με την κουτσαβίτικη φορεσιά της
Οι κουτσαβίτικες πηγές ανάμεσα στον Λαδά και στο Καρβέλι
Εσωτερικό ναού στον Μαρδά με όμορφες αγιογραφίες

«Ποιο Πολυλίμνιο; Εμείς εδώ έχουμε αυτό το μέρος, που είναι πολύ πιο όμορφο. Τις Κουτσαβίτικες πηγές!»

Αρτεμισία

Πίσω από τον Λαδά, μετά από μια ορεινή διαδρομή 6 χλμ., μέσα από πανύψηλα μαυρόπευκα και έλατα, συναντάμε τον κεντρικό δρόμο Σπάρτης-Καλαμάτας, πάνω στον οποίο βρίσκεται το χωριό Αρτεμισία. Λόγω του δρόμου, είναι και το κεντρικό χωριό της περιοχής με ταβέρνες και πιο σύγχρονα καφενεία. Σε μία από αυτές, την παραδοσιακή Κουπίτσα, που βρίσκεται λίγο πιο έξω από το χωριό σε πλατανοσκέπαστη τοποθεσία, θα απολαύσουμε υπέροχο σπιτικό φαγητό. Έπειτα από μια κουραστική μέρα, η σούπα από βραστή γίδα που γευτήκαμε ήταν πραγματικό βάλσαμο! Πρώτη μας στάση στην περιήγηση το περίφημο μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη του Μελέ. Μοναχικό και στεφανωμένο από μαυρόπευκα. Δυστυχώς, όμως, δεν έχουμε τα κλειδιά για να θαυμάσουμε τις υπέροχες αγιογραφίες και τοιχογραφίες του. Μας αποζημιώνει η επίσκεψη στην εκκλησιά των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Κάτω Χώρα. Κοσμείται από καταπληκτικές αγιογραφίες, σαν να είναι όλη ντυμένη με ένα υπέροχο φόρεμα σε πανδαισία χρωμάτων! Στο μεγαλοπρεπές κτίριο του παλιού Δημοτικού Σχολείου του 1900, βρίσκεται η πινακοθήκη και το λαογραφικό μουσείο του οικισμού. Μου κάνει εντύπωση η συλλογή πινάκων με αναπαραστάσεις όλων των εργασιών της ζωής στο χωριό: όργωμα, θέρισμα, τρύγος, χαμολόι. Μια αυθεντική εποχή, που χάνεται. Τελευταία μας στάση στην Αρτεμισία ο νερόμυλος του Μίμη Γιαννόπουλου. Τον δούλευε ο παππούς του μέχρι τη δεκαετία του 1960 και ως γνήσιος μερακλής, φρόντισε να τον αναπαλαιώσει. Αξιοθέατο της περιοχής, ο μύλος είναι λειτουργικός και δίπλα του υπάρχει και νεροτριβή για το πλύσιμο των ρούχων. Μνήμη ολοζώντανη μιας άλλης εποχής... Τα ορμητικά νερά του ποταμού χωρίζουν το σπίτι του Μίμη από τον μύλο. Τον ρωτώ πώς μπορεί να κοιμηθεί με τον δυνατό ήχο της έντονης ροής των νερών. Θέμα συνήθειας, μου απαντά…

Αλαγονία

Ξυπνώ στα ξύλινα καταλύματα του Κώστα Μπουρδέκα στην Αλαγονία. Είχα φτάσει βράδυ κι έτσι ανοίγω την πόρτα για να αντικρίσω για πρώτη φορά τη θέα. Στα επίπεδα των νεφών σε 800 μέτρα υψόμετρο και τριγύρω όλο το μεγαλείο του βουνού. Νιώθω ένας μικρός θεός και ανοίγω τα πνευμόνια μου να εισπράξω το μέγιστο δώρο της φύσης: καθαρό οξυγόνο! Το πρωινό είναι εξίσου καλό με το χθεσινό δείπνο. Αγριογούρουνο με μανιτάρια την προηγουμένη και τώρα γλυκό κουταλιού μανιτάρι, που πρώτη φορά δοκιμάζω, μαρμελάδα κεράσι σπιτική, ζυμωτό ψωμί, κουταλίδες (λουκουμάδες) με μέλι και λαλάγγια, νοστιμότατες λωρίδες από ζυμάρι. Ο Κώστας, που έχει τα μοναδικά ίσως καταλύματα στην περιοχή, έξι υπέροχα ξύλινα σπιτάκια εφοδιασμένα με ενεργειακές ξυλόσομπες, είναι άνθρωπος δραστήριος, που πρώτα απ’ όλα τον ενδιαφέρει η ποιότητα. Διοργανώνει πεζοπορίες, μοτοπορείες, παρέχει δωρεάν ποδήλατα στους επισκέπτες του, ενώ μπορεί να κανονιστεί και βόλτα με γαϊδουράκι. Επίσης, κατά καιρούς πραγματοποιούνται εξορμήσεις για βότανα ή μανιτάρια. Είναι ένα δείγμα ποιοτικής τουριστικής ανάπτυξης, που σπανίζει... Ο Αντώνης Καζάκος, φίλος και πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού, έφτασε για να ξεκινήσουμε παρέα την εξερεύνηση της γύρω περιοχής, αυτήν τη φορά με μηχανές. Στη θέση Λουκά επισκεπτόμαστε τον πανέμορφο καταρράκτη, και έπειτα τις δύο εκκλησίες του Αϊ-Νικόλα, μία για την Άνω και μία για την Κάτω Μεριά. «Οι Κατωμερίτες την έχτισαν αργότερα, γιατί δεν χώραγαν στο εκκλησάκι της Άνω Μεριάς κι έμεναν απέξω!» θα πει ο Αντώνης. Ανεβαίνουμε στην Άνω Μεριά και σταματάμε στο καφενείο. Ο Παναγιώτης μάς αφήνει το μπουκάλι με τη ρακή να γεμίζουμε όσο θέλουμε. Εδώ είμαστε πιο ψηλά και η θέα είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή: Στο μπαλκόνι νιώθεις λες και είσαι απάνω σε βουνοκορφή! Συνεχίζουμε προς τις Πηγές. Περνάμε από τους Αγίους Αποστόλους, την τοποθεσία με τα πανύψηλα πλατάνια και τα πολλά νερά, χάρη στα οποία πήρε το όνομά του το χωριό. Το νερό πηγάζει κάτω από την εκκλησία. Δυστυχώς οι παλιές πέτρινες γούρνες πρόσφατα αντικαταστήθηκαν από νέα κατασκευή και το νερό κυλά μέσα από πλαστικούς σωλήνες… Όπως θα μου πει ο Αντώνης, έτσι χάθηκε σχεδόν όλη η αίγλη της πανέμορφης τοποθεσίας… Κατηφορίζουμε οδικώς προς το χωριό. Στον ναό της Αγίας Βαρβάρας μάς περιμένει ο παπάς για να μας ανοίξει. Η εικονογράφηση σε εντυπωσιάζει. Όμορφο και περιποιημένο το χωριό, χτισμένο πολύ κοντά στον ποταμό, σε τοποθεσία με πανύψηλα δέντρα, καστανιές, πλατάνια, βαλανιδιές.

Καταρράκτης ανάμεσα στον Λαδά και στο Καρβέλι
Λαδάς. Ο Παναγιώτης στην εξώπορτα του σπιτιού του.
Αλαγονία. Το εσωτερικό του Αϊ-Νικόλα στην Άνω Μεριά
Συνεχείς ελιγμοί για να εισχωρήσεις στα άδυτα του Ταΰγετου.

 Νέδουσα και Μαρδάκι

Τα καλύτερα πάντα μένουν για το τέλος. Οι διαδρομές προς τη Νέδουσα είναι εξαιρετικής ομορφιάς. Στρίβοντας από τον κεντρικό δρόμο Καλαμάτας-Σπάρτης, το πρώτο που συναντάς είναι το περίφημο εξάτοξο γεφύρι με το εκκλησάκι του Άγιου Πολύκαρπου. Τόπος που σε γαληνεύει. Δίπλα στο ποτάμι και μέσα στη χαράδρα, περνάμε από τα απόκρημνα βράχια του αναρριχητικού πάρκου. «Έρχονται αναρριχητές από ολόκληρο τον κόσμο», θα μας πουν στο καφενείο του κυρ Σπύρου, απέναντι από την εκκλησία του χωριού. Πολλοί από τους συνδαιτυμόνες μας, μαζί και ο Αντώνης, είναι πρωταγωνιστές και στο μεγάλο γεγονός της Νέδουσας: το αγροτικό καρναβάλι, ένα λαϊκό δρώμενο ευετηρίας, για να πάει καλά η χρονιά, που διαδραματίζεται κάθε Καθαρά Δευτέρα. Είναι ένα από τα σημαντικότερα της παράδοσής μας, με αρχαιότατες ρίζες, και συγκεντρώνει πολλούς ερευνητές κάθε χρόνο. Θεατές δεν υπάρχουν, καθώς όλοι όσοι παρευρίσκονται, συμμετέχουν, και όπως χαρακτηριστικά λένε οι ντόπιοι: «Αν δεν γίνει μια χρονιά το καρναβάλι, δεν θα ’ναι καλά το χωριό…» Από ψηλά αγναντεύουμε το Μαρδάκι. Η ιδιαίτερη πατρίδα του Νικηταρά, ένα γραφικότατο χωριουδάκι μέσα σε μια καταπράσινη αγκαλιά με κελαρυστά νερά, είναι απομονωμένο γεωγραφικά σε σχέση με τα υπόλοιπα, κάτι που του δίνει και διαφορετικό χαρακτήρα. Μετά από μια υπέροχη ορεινή διαδρομή μέσα στα έλατα, απολαμβάνουμε τη μοναδική θέα της εκκλησιάς στο Μαρδάκι. Κάπου στο βάθος, ανάμεσα από τις κορφές, αγναντεύουμε τη θάλασσα στα χρώματα της δύσης. Εκεί συναντήθηκαν οι οπλαρχηγοί τον Μάρτη του 1821 και άναψε η φλόγα της Επανάστασης, θα μου πει ο Αντώνης. Ποτέ δεν πάτησε το πόδι του ο Τούρκος στο Μαρδάκι. Πέρα από την υπέροχη τοποθεσία του, άλλο τόσο μαγευτικό είναι και το εσωτερικό του. Ευλαβικά προσκυνούμε με την ευχή τα άγια αυτά χώματα να μην εγκαταλειφθούν από τον άνθρωπο δωρίζοντάς του πάντα την αστείρευτη ομορφιά τους.

Μέχρι και τον χειμώνα απαντάς αγριολούλουδα στον Ταΰγετο
Στον νερόμυλο του Ρεντίφι
Μαρδάκι
Στο Λαογραφικό Μουσείο στον Λαδά

info's

Πέρα από το Καρναβάλι της Νέδουσας, την Καθαρή Δευτέρα, πλήθος άλλων γιορτών και εκδηλώσεων λαμβάνουν χώρα στα γύρω χωριουδάκια: η Γιορτή κρασιού τον Ιούλιο στον Λαδά, η Γιορτή πατάτας την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου στην Αλαγονία, παζάρια με τοπικά προϊόντα τον Οκτώβριο στον Λαδά και τα Χριστούγεννα στην Αρτεμισία, καθώς και τοπικά πανηγύρια στις Μονές Σιδηρόπορτας, Μαρδακίου, Μελέ.

Θα το βρείτε στο

τεύχος 105

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares