Μέρες ραδιοφώνου

  • Νίνα Κουλετάκη

Aπό την πρώτη επταετία της ζωής μου, δύο είναι οι εικόνες που με γεμίζουν με γλύκα μέχρι σήμερα. Στη μία, με βλέπω άρρωστη, να χουχουλιάζω στο κρεβάτι της Μαμάς και του Μπαμπά, με τα αγαπημένα μου βιβλία ολόγυρα και έναν φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι στο κομοδίνο. Στην άλλη, είμαστε όλοι μαζί, βραδάκι στο καθιστικό, με το ραδιόφωνο να παίζει. Γεννήθηκα το 1960, που σημαίνει ότι τα πρώτα πέντε-έξι χρόνια της ζωής μου, άκουγα αποκλειστικά ραδιόφωνο. Κι αυτό γιατί τηλεόραση στην Ελλάδα δεν υπήρχε. Μεγάλωνα, λοιπόν, με τη Θεία Λένα και τις καθημερινές πρωινές εκπομπές (σε συνέχειες): το «Σπίτι των ανέμων», τη «Μικρή πικρή μου αγάπη» και δεν συμμαζεύεται. Αυτά τα άκουγε η Γιαγιά. Στην κουζίνα, όπου η Σμύρνη ζωντάνευε στις κατσαρόλες της Αθήνας, το ραδιόφωνο ήταν πάντα ανοιχτό για να παρακολουθεί η Γιαγιά τις περιπέτειες του Ορέστη και της Τζοβάνας. Η χροιά των φωνών του Βύρωνα Πάλλη και της Αφροδίτης Γρηγοριάδου μού ήταν τόσο οικεία όσο και οι φωνές των γονιών μου. Και φυσικά άκουγα την εκπομπή με τα ταλέντα, του Γιώργου Οικονομίδη («Φίλοι μου αγαπημένοι, γεια σας και χαρά σας!»). Θυμάμαι πως ο Οικονομίδης πρέπει να είχε χάσει κάποιο παιδί από πνιγμό, στραβοκατάπιε την μπουκιά του ή κάτι τέτοιο. Από τότε, η μόνιμη επωδός της Γιαγιάς ήταν: «Μάσα καλά το φαΐ σου. Από… πνίγηκε το παιδάκι του Οικονομίδη». Στη θέση των αποσιωπητικών έμπαινε το φαγητό της ημέρας: μακαρόνια, μπιφτέκια, ψάρι, φασολάκια κ.λπ. Μέχρι που το αυθάδικο κατσαρομάλλικο τετράχρονο που ήμουν τη ρώτησε μια μέρα: «Μα, βρε γιαγιά, από τι πνίγηκε τελικά το παιδάκι του Οικονομίδη; Κάθε μέρα πνιγόταν;». Και το τροπάρι αυτό σταμάτησε άδοξα. Τα απογεύματα με τους γονείς, τα ακούσματα ήταν διαφορετικά. Μουσική και τραγούδια, εκπομπές λόγου και τέχνης, θεατρικές εκπομπές, ειδήσεις κ.λπ. Πιο έντονα απ’ όλες θυμάμαι τις θεατρικές εκπομπές, που η Μαμά τις παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια. Ο Αχιλλέας Μαμάκης μεγαλουργούσε στο «Θέατρο στο μικρόφωνο» και οι εκπομπές «Η ώρα της Ελληνικής Σκηνής» και «Το Θέατρο της Κυριακής» ήταν από τις αγαπημένες μου. Το ραδιόφωνο ήταν η αιτία να αγαπήσω διά βίου το θέατρο. Όπως σε όλες τις ελληνικές οικογένειες –των μεγάλων πόλεων τουλάχιστον–, το ραδιόφωνο, τόσο προπολεμικά όσο και τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αποτελούσε το βασικό μέσο οικιακής ψυχαγωγίας. Το άλλο ήταν οι «βεγγέρες», οι προσωπικές συναναστροφές με φίλους και συγγενείς. Και ύστερα… ήρθαν οι μέλισσες, η χούντα και η τηλεόραση. Επειδή αυτά που μαθαίνεις ή εκείνα στα οποία συνηθίζεις από μικρός σε σημαδεύουν και σε ακολουθούν σε όλη τη ζωή σου, ήμουν και είμαι μανιώδης ακροάτρια. Πέρασα όλες τις νύχτες της εφηβείας και των πρώτων νιάτων μου μ’ ένα γιαπωνέζικο μικρό τρανζιστοράκι κάτω από το μαξιλάρι μου, να παίζει αδιάκοπα μέχρι το πρωί (μουσική, θέατρο και τη Λιλιπούπολη) και με εμένα να του αλλάζω μπαταρίες κάθε δύο μέρες. Ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς μουσική. Ένα παλιό τραγουδάκι λέει πως «η πρώτη αγάπη δε λησμονιέται, δεν ξεριζώνεται απ’ την καρδιά». Και είναι αλήθεια: Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο και να εξελιχθεί η τεχνολογία, όσο και αν πληθαίνει το γκρίζο στα μαλλιά μου, κατά βάθος παραμένω το πεντάχρονο που για να φάει, έπρεπε το ραδιόφωνο να παίζει, και το εφηβάκι που ξενυχτούσε μ’ ένα τρανζιστοράκι στο μαξιλάρι του…

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares